Πλάτωνας (427 – 345 π.Χ.)

στις

Βιογραφικά

Plato Ο Πλάτων, υπήρξε ο δεύτερος της μεγάλης τριάδας των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων -Σωκράτης, Πλάτων και Αριστοτέλης- που έθεσαν σε συνάφεια ο ένας προς τον άλλον τα φιλοσοφικά θεμέλια του Δυτικού πολιτισμού.

Υπήρξε ο διασημότερος μαθητής του Σωκράτη, ο δάσκαλος του Αριστοτέλη και μιας ολόκληρης πλειάδας άλλων φιλοσόφων και πνευματικών δημιουργών ένας γίγαντας πραγματικός της παγκόσμιας σκέψης, που εξάσκησε πελώρια, πράγματι, επιρροή στα πνεύματα κάθε κατοπινού αιώνα, κάθε χώρας και κάθε γενικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Γεννήθηκε στο `δαιμόνιον πτολίεθρον` των Αθηνών, όπου και πέθανε, σε ηλικία 82 ετών.

Ως Αθηναίος ευπατρίδης ο Πλάτων έλαβε στην παιδική και στην εφηβική του ηλικία επιμελημένη γνώση και παιδεία με τους καλύτερους δασκάλους της εποχής, για τα γράμματα, τη μουσική, τη γυμναστική.

Αρχικά, ασχολήθηκε με τη μελέτη της ποίησης – αφού υπήρξε και ποιητής – όπως επίσης υπήρξε και αθλητής. Παραδίδονται επίσης, η μαθητεία του κοντά στον Κράτυλο, οπαδό της σκέψης του Ηρακλείτου, και η ενασχόληση του με τον τραγικό λόγο. Ό,τι όμως υπήρξε αποφασιστικό για τον ηθικοπνευματικό του προσανατολισμό, ήταν η γνωριμία του με τον δαιμόνιο άνδρα των Αθηνών, τον Σωκράτη, σε ηλικία είκοσι χρονών.

Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί, πως οι πρώιμες προσωπικές του φιλοδοξίες, ήταν πιθανώς πολιτικές, όμως η σχέση του με τη Σωκρατική διδασκαλία και το Σωκρατικό ήθος, μετέβαλαν οριστικά τον πνευματικό προσανατολισμό του, τον έκαναν να καταστρέψει τα νεανικά του ποιητικά έργα και τον μετέστρεψαν οριστικά στη φιλοσοφία. Άλλωστε, γρήγορα αισθάνθηκε απέχθεια για τις βιαιότητες που διαδραματίζονταν στην πόλη του.

Μετά την πτώση της ολιγαρχίας, ήλπιζε να βελτιωθεί η κατάσταση με την παλινόρθωση της δημοκρατίας. Τελικά όμως, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε θέση για έναν ευσυνείδητο άνθρωπο στην αθηναϊκή πολιτική. Η θανάτωση λίγο αργότερα του δικαιότατου Σωκράτους και η επακόλουθή της ψυχολογική ατμόσφαιρα είχαν και τη συνέπεια να καταφύγει ο Πλάτων μαζί με άλλους σωκρατικούς στα Μέγαρα. Τότε έκλεινε τα τριάντα του χρόνια.

Στα Μέγαρα έμεινε λίγο καιρό και από εκεί πήγε στην Κυρήνη όπου παρακολούθησε μαθήματα γεωμετρίας, έπειτα μετέβη στην Αίγυπτο. Ακόμα, ταξίδεψε στην Κάτω Ιταλία και από εκεί πήγε στη Σικελία όπου συνδέθηκε φιλικά με τον εικοσάχρονο τότε Δίωνα που με σύστασή του συναναστράφηκε με τον τύραννο Διονύσιο τον Πρεσβύτερο. Εκεί όμως, πουλήθηκε από τον τύραννο Διονύσιο ως δούλος σε κάποιον Αιγινήτη, επειδή επιχείρησε να πείσει τον ίδιο για τις αρχές της δικαιοσύνης που πρέπει να διέπουν την άσκηση της εξουσίας.

Έπειτα ελευθερώθηκε με λίτρα από τον Κυρηναίο τον Ανίκκερη, ο οποίος ήταν πληροφορημένος για την προσωπικότητά του. Το 387 ο Πλάτων βρίσκεται και πάλι στην πατρίδα του όπου ιδρύει την Ακαδημία της φιλοσοφικής σχολής του, η οποία πήρε την ονομασία της από τον χώρο στον οποίο βρισκόταν το ιερό του ήρωα Ακάδημου. Το 347 επισφραγίζεται η ζωή του, με ήρεμο θάνατο και θάβεται στην Ακαδημία όπου δίδασκε.

Στην ηλικία των 40 ετών γύρισε μετά τα ταξίδια του στην Αθήνα όπου ίδρυσε τη διάσημη Σχολή του, που, λόγω της γειτνίασης της με το ιερό του Ακαδήμου, πήρε την επωνυμία `Ακαδημία Πλάτωνος`. (Πάνω στην Ιερά οδό, όπου ως τώρα ακόμη σώζεται και η περίφημη `ελιά του Πλάτωνα`). Στην είσοδο της είχε γράψει την επιγραφή `Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω`, δηλαδή: `Κανένας ας μη μπαίνει εδώ, που να μην ξέρει γεωμετρία` και κατ` επέκταση, τα μαθηματικά, που ήταν τότε ένας κλάδος της φιλοσοφίας.

Μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ, η Ακαδημία του αποτελούσε το κέντρο της πλατωνικής φιλοσοφίας.

Στις αρχαίες βιογραφικές πηγές διακρίνονται ετερόκλητες κρίσεις για το χαρακτήρα του Πλάτωνα, καθώς σε ορισμένες παρουσιάζεται ως σοφός και θείος άνδρας, ενώ άλλες τον περιγράφουν ως υπερόπτη και ζηλόφθονο υπηρέτη των τυράννων, που σχεδίασε εσφαλμένα την εικόνα του Σωκράτη και των σοφιστών.

Πίστευε στην αθανασία της ψυχή, μετά το θάνατο του ανθρώπου. Το πολιτικό σύστημα του Πλάτωνα, που το εκθέτει βασικά στην ιδανική και σε μεγάλο βαθμό ουτοπιστική `Πολιτεία` του, ήτανε αριστοκρατικό και αντιδημοκρατικό. Πρόβλεπε την ύπαρξη τριών κύριων κοινωνικοπολιτικών τάξεων: Των αρχόντων, των γενναίων πολιτών (επιφορτισμένων με την ασφάλεια του κράτους και την εκτέλεση των αποφάσεων των αρχόντων) και τέλος των γεωργοεπαγγελματιών.

Εξάλλου, στους `Νόμους` του, κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προβλέπει μέτρα για τη διαίρεση των κρατικών λειτουργιών, τη δίωξη των άθεων και τη συντήρηση της τότε ισχύουσας δουλοκτησίας. Με λίγα λόγια, μέτρα αντιδημοκρατικά και ως ένα σοβαρό βαθμό, ανελεύθερα.

Την πιο κολοσσιαία όμως γενική επίδραση πάνω στους μεταγενέστερους (ανθρώπους, λαούς, κοινωνίες, θρησκείες, κοσμοθεωρίες και πολιτικές ιδεολογίες) την άσκησε αναμφίβολα η περίφημη διδασκαλία του περί ιδεών. Πρώτος αυτός, άλλωστε, χρησιμοποίησε τον όρο `Ιδέα`, σα μια έννοια όμως υπερβατική. Ειδικότερα δε δίδαξε πως: ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας είναι κάτι το μεταβλητό και το διαρκώς εξελισσόμενο, υποκείμενο στον νόμο της γένεσης και της φθοράς. Πάνω απ` αυτό όμως υπάρχει κάτι άλλο ανώτερο και τέλειο, που συνιστά το αποκαλούμενο `ιδεώδες`, δηλαδή τον κόσμο των ιδεών, ο οποίος είναι άφθαρτος, αιώνιος και αναλλοίωτος από το πέρασμα του παντόφθορου χρόνου.

Η φιλοσοφία του Πλάτωνα συνιστά τη συνέχιση, έξαρση, συμπλήρωση και συστηματοποίηση εκείνης του Σωκράτη. Αλλά, εκτός από τη φιλοσοφία, ο μέγιστος αυτός φιλόσοφος είχε και άλλες επιδόσεις. Έτσι π.χ. διέπρεψε και στα μαθηματικά, τη γεωγραφία, την αστρονομία, τη λογική και την ψυχολογία, όπου επίσης το διάβα του άφησε μια πραγματικά μεγάλη εποχή.

Στον τάφο του επάνω χάραξαν το ακόλουθο επίγραμμα: `Σώμα μεν εν κόλποις κατέχει τόδε γαία Πλάτωνος, ψυχή δ` ισοθέων τάξιν έχει μακάτων`, που σημαίνει ότι: `Η γη μεν κατέχει αυτό εδώ του Πλάτωνα το σώμα, αλλά η ψυχή του βρίσκεται ανάμεσα στους ισοθέους μάκαρες`.

Τα έργα του

Τα έργα του Πλάτωνα είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας, Πρωταγόρας, κλπ. Τρεις μόνο διάλογοι, το Συμπόσιο, η Πολιτεία και οι Νόμοι τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σ’ όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης, εκτός από τους Νόμους όπου απουσιάζει εντελώς. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους, όπως εικάζουν οι φιλόλογοι, κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής.

Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά, ωστόσο υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των φιλολόγων για την ακριβή σειρά συγγραφής των έργων στο εσωτερικό κάθε περιόδου. Το βέβαιο είναι ότι άρχισε να γράφει τα έργα του μετά τη θανάτωση του Σωκράτη και ότι έγραφε ως το τέλος της ζωής του:

(α) Περίοδος νεότητας (400 π.Χ. – 387 π.Χ.). Σ΄ αυτήν ανήκουν οι διάλογοι:

Απολογία: με την πλατωνική εκδοχή της απολογίας του Σωκράτη στο δικαστήριο,
Κρίτων: με θέμα το δίκαιο και την αδικία,
Χαρμίδης: όπου αναπτύσσεται η έννοια της σωφροσύνης,
Πρωταγόρας: για το αν μπορεί να διδαχτεί η αρετή,
Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.

(β) Περίοδος ωριμότητας (386 π.Χ. – 367 π.Χ.). Σ’ αυτήν ανήκουν οι διάλογοι:

Μενέξενος: στο μεγαλύτερο μέρος του ένας επιτάφιος λόγος
Κρατύλος: όπου συζητώνται γλωσσολογικά ζητήματα
Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης
Φαίδων
: όπου περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Σωκράτη. Ο ίδιος ο Πλάτωνας απουσίαζε αφού, όπως λέει ένας από τους συνομιλιτές, «Πλάτων δὲ οἶμαι ἠσθένει» («Ο Πλάτωνας νομίζω ότι ήταν άρρωστος»).
Φαίδρος, Θεαίτητος
Πολιτεία
: εκτεταμένη περιγραφή μίας ιδανικής πολιτείας
Συμπόσιον: για την φύση του έρωτα

και (γ) Περίοδος γήρατος (366 π.Χ. – 348 π.Χ.). Περιλαμβάνονται οι διάλογοι:

Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος
Τίμαιος: για την δημιουργία του κόσμου
Κριτίας: ένας ημιτελής διάλογος με αναφορές στην Ατλαντίδα,
Νόμοι: διάλογος σε 12 βιβλία όπου ο Πλάτωνας επανέρχεται στο ζήτημα των ορθών νόμων για μία πολιτεία
Έβδομη επιστολή: με αυτοβιογραφικές πληροφορίες για τη δράση του στη Σικελία

Η φιλοσοφία του

Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, χωρίζοντας τον κόσμο σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικά καλούπια τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, οι οποίες τα μορφοποιούν. Έτσι π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας "άλογο", η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες).

Ο Πλάτων λοιπόν αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.

Ο Πλάτωνας ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του πυθαγορισμού, ευνοώντας όπως και ο Πυθαγόρας τα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως "παράθυρο" στον κόσμο των ιδεών αφού ασχολούνται με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο και ως μέσο προετοιμασίας για την σωκρατική διαλεκτική. Κατηγορήθηκε ότι με τη θεωρία των ιδεών αποκάλυπτε "τα μυστικά των Μυστηρίων" στα οποία προφανώς ήταν μυημένος.

Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωση της. Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.

Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.

Επειδή και η πόλη αποτελεί μία αντανάκλαση του ανθρώπου, διακρίνει και σ’ αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία, που πετυχαίνεται, όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.

Πλάτων και ατομικοί

Αντίθετα από τον Αριστοτέλη, ο Πλάτων δεν αναφέρει πουθενά στα γραπτά του τον Δημόκριτο ή άλλους ατομικούς. Η ατομική θεωρία, εντούτοις, θα πρέπει να του ήταν καλά γνωστή, αφού σε ορισμένους διαλόγους (κυρίως στον Τίμαιο και τους Νόμους) καταπολεμούνται απόψεις οι οποίες ανήκουν στους ατομικούς.

Παρ’ όλη τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει το πλατωνικό σύστημα από το ατομικό, υπάρχουν σημεία στα οποία οι δύο θεωρίες παραδόξως συγκλίνουν. Έτσι, ο Πλάτων δανείστηκε από τον Δημόκριτο την έννοια της ιδέας, η οποία αποτελεί το κέντρο του πλατωνικού συστήματος. Απλώς απέκοψε την ταύτιση της μορφής με τα υλικά σώματα και την ανύψωσε σε έναν ξεχωριστό και αληθέστερο κατά τη γνώμη του κόσμο. Αλλά και η πλατωνική αντίληψη της μαθηματικής δομής των στοιχείων της φύσης, αποτελεί συνδυασμό της ατομικής θεωρίας και της πυθαγόρειας αριθμολογίας: η έννοια των ατμήτων επιπέδων φαίνεται να αντλεί την έμπνευσή της κατευθείαν από την ατομική έννοια των ατμήτων ελάχιστων μεγεθών.

Η Παιδεία κατά τον Πλάτωνα

Ο Πλάτωνας θεώρησε ακόμα πολύ σημαντικό παράγοντα για την ιδανική πολιτεία, την παιδεία. Σύμφωνα με τη θεωρία του λοιπόν οι νέοι που από τα μέρη της ψυχής τους επικρατέστερο είναι το επιθυμητικό, θα περιοριστούν στην εκμάθηση πρακτικών τεχνών. Έτσι, με το εφόδιο της πρακτικής τέχνης θα ενταχθούν στην τάξη των κοινών πολιτών, που κύριο μέλημά τους θα είναι να παράγουν υλικά αγαθά απαραίτητα για τη διαβίωση των πολιτών.

Τώρα οι νέοι που στην ψυχή τους πρώτη θέση κατέχει το θυμοειδές τμήμα, θα διδαχθούν τα μαθηματικά και τις άλλες επιστήμες. Αυτή τους η μόρφωση, θα τους καταστήσει ικανούς να ασχοληθούν με τη σωστή λειτουργία και την ασφάλεια της πολιτείας.

Τέλος, οι νέοι στους οποίους από τα τρία τμήματα της ψυχής το πιο αναπτυγμένο είναι το λογιστικό, θα εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια της παιδείας. Δηλαδή, πέρα από τη σπουδή των επιστημών, θα διδαχθούν τη φιλοσοφία, την ανώτατη μορφή γνώσης. Το γεγονός αυτό, θα τους εντάξει στην κορυφαία τάξη, στην οποία ανήκει το προνόμιο της διακυβέρνησης της πολιτείας.

Αντίκτυπος του έργου του

Η επίδραση του φιλοσόφου αυτού υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι σαφώς επηρεασμένη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Ο μαθητής του Αριστοτέλης, εξ ίσου επιδραστικός με τον ίδιο, οδηγήθηκε στην ανάπτυξη τμήματος του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό. Η σχολή την οποία ο Πλάτωνας ίδρυσε το 387 π.Χ., η Ακαδημία, συνέχισε να ακμάζει ως τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., έχοντας όμως μετατραπεί σε σκεπτική σχολή μετά τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου.

Κατά την εποχή του Αυγούστου υπήρξε αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας, ο μεσοπλατωνισμός με εκπροσώπους όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, εισηγήτρια μιας όλο και πιο ευδιάκριτης τάσης συγκρητισμού και εκλεκτικισμού στην ελληνική φιλοσοφία, σε πλήρη αντίθεση με τον διανοητικό σεκταρισμό της ελληνιστικής εποχής.

Κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα ο μεσοπλατωνισμός άρχεσαι να μετατρέπεται σταδιακά, υπό την επίδραση του νεοπυθαγορισμού και του ερμητισμού στην κατεχόμενη από τους Ρωμαίους Αίγυπτο, στο κίνημα του νεοπλατωνισμού, με αρχικούς εκπροσώπους όπως ο Πλωτίνος, το οποίο είχε ιδεαλιστικό, μυστικιστικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η Ακαδημία στην Αθήνα επανιδρύθηκε ως κέντρο νεοπλατωνικών μελετών κατά τον τέταρτο αιώνα.

Την ίδια εποχή, περίοδο έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού στη Μεσόγειο, οι ακόλουθοι της αστικής ελληνορωμαϊκής θρησκείας αλλά και των ελληνικών μυστηριακών λατρειών συσπειρώθηκαν γύρω από τον νεοπλατωνισμό ως υπερασπιστή του μέχρι πρότινος επικρατούντος παγανισμού. Μεμονωμένοι νεοπλατωνικοί και παγανιστικοί πυρήνες επέζησαν ως τον έκτο αιώνα, οπότε και ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε με διάταγμα την Ακαδημία της Αθήνας.

Ο πλατωνισμός επιβίωσε υπογείως καθ’ όλον τον Μεσαίωνα, κρυμμένος σε μυστηριακά ρεύματα, έως ότου οι πρωτότυπες ιδέες του επανανακαλύφθηκαν και σχολιάστηκαν κατά την Αναγέννηση. Έτσι ούτε η νεότερη φιλοσοφική σκέψη έμεινε ανεπηρέαστη από αυτόν. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούνται πάνω σ’ αυτές εκσυγχρονίζοντάς τες.

Η διαλεκτική και η ηθική του Πλάτωνα

Τη μέθοδο της ανυψώσεως ως τις ιδέες ο Πλάτωνας την ονομάζει διαλεκτική. Η διαλεκτική διακρίνει το βάθος από την επιφάνεια, το ατέλειωτο από το πρόσκαιρο, το άφθαρτο από το φθαρτό. Με τη βοήθεια αυτής της διαλεκτικής, ο Πλάτωνας δημιούργησε μια απόλυτη ηθική.

Η ηθική του αποτελεί, είπαν, «Μίμηση του Θεού». Δηλαδή, τα καθήκοντα του ανθρώπου είναι να γίνει όσο μπορεί όμοιος με τον Θεό. Και αυτό, γιατί στον Θεό βρίσκονται οι ιδέες του αληθινού, του μεγάλου, του δυνατού, του δίκαιου.

Ο άνθρωπος οφείλει να πραγματοποιεί ανάλογα με τις ικανότητές του (σχετικά), τις ιδέες, τις οποίες ο Θεός πραγματοποιεί με την παντοδυναμία του (απόλυτα). Ο Θεός είναι δίκαιος.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ο δίκαιος, μπορεί όμως να είναι ένας δίκαιος. Γιατί δικαιοσύνη, θα πει καλό, αγαθό, αλήθεια, μεγαλείο. Είναι ισχυρή η δικαιοσύνη όταν αποτελεί δύναμη που διατηρεί, αντίθετα, με την αδικία, που αποτελεί δύναμη που καταστρέφει. Έτσι η δικαιοσύνη γίνεται αιώνια, δεν αλλάζει ποτέ. Κατά τον Πλάτωνα λοιπόν, ο προορισμός του ανθρώπου είναι να ενεργεί δίκαια, μ’ όλες τις σημασίες της λέξεως δικαιοσύνη.

Ο «πλατωνικός έρωτας»

Ο Πλάτωνας, δέχεται τον έρωτα σαν μια από τις εφαρμογές της ηθικής. Θεωρεί λοιπόν, πως όπως όλων των πραγμάτων, έτσι και του έρωτα η ιδέα υπάρχει μέσα στον Θεό. Βρίσκεται στον Θεό καθαρή κατάσταση, δηλαδή χωρίς να ανακατεύεται καθόλου με την ιδέα της ηδονής, γιατί ουσιαστικά η ηδονή είναι εφήμερη, παροδική, φθαρτή. Ο έρωτας όμως που βρίσκεται στον Θεό είναι μονάχα η γεμάτη πάθος θεωρία για το κάλλος, για το φυσικό και ηθικό κάλλος. Θα μοιάσουμε λοιπόν με τον Θεό μόνο αν αγαπάμε το κάλλος κατά τέτοιο τρόπο και χωρίς διέγερση, δίχως αισθησιακό πόθο αποκλειστικά. Όπως υπογραμμίζει ο Πλάτωνας, ο έρωτας είναι η ορμή να μάθουμε και να γνωρίσουμε. Όπως ένας ερωτευμένος οδηγείται στο πρόσωπο που αγαπά, έτσι και η ψυχή αγαπά τις ιδέες, που είδε όταν υπήρχε πριν από το σώμα. Ο έρωτας τονίζει ο Πλάτωνας, φουντώνει στην ψυχή όταν νοιώθοντας τα σωματικά πράγματα, θυμάται τις ιδέες, με τις οποίες μοιάζουν κάπως. Τέλος, ο Πλάτωνας επισημαίνει πως ο έρωτας δεν είναι κτήση, μα τάση για κτήση.

Δικτυακές πηγές μεταξύ άλλων: wiikipedia, Αμαλία Ηλιάδη

Advertisements