Το νοητικό πείραμα Κινέζικο Δωμάτιο του John Searle

στις

Το νοητικό πείραμα που έγινε ευρέως γνωστό ως Κινέζικο Δωμάτιο επιχειρεί να αποδείξει πως είναι αδύνατο ένας υπολογιστής να κατανοήσει μία ζωντανή γλώσσα ή να σκεφτεί. Η πρώτη δημοσίευση του επιχειρήματος από τον εμπνευστή του, τον Αμερικανό φιλόσοφο John Searle έγινε το 1980, σε ένα άρθρο με τίτλο «Minds, Brains and Programs». Είναι ένα νοητικό – αλληγορικό πείραμα που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη και αποτελεί ένα επιχείρημα σχεδόν κατά της.  Έκτοτε έχει απασχολήσει πολυάριθμους μελετητές, καταφέρνοντας να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές στην πρόσφατη φιλοσοφία.

chinese-room

Καίριο ερώτημα είναι το αν μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να φτάσει ή ακόμα και να ξεπεράσει την ανθρώπινη. Ο Alan Turing, ένας από τους πρωτοπόρους θεωρητικούς της πληροφορικής, πίστευε πως ναι. Σε ένα τεστ που πρότεινε (γνωστό ως «Test Turing»), ένας άνθρωπος συνομιλώντας με μια άγνωστη οντότητα, αποφασίζει αν ο συνομιλητής του είναι άνθρωπος ή υπολογιστής, με βάση μόνο τις απαντήσεις που δίνει η οντότητα. Εάν ένας υπολογιστής καταφέρει επανειλημμένα να «ξεγελάσει» απαντώντας σαν άνθρωπος, αποδεικνύεται πως έχει νοημοσύνη.

Το Test Turing που αρχικά ονομάστηκε Παιχνίδι μίμησης από τον Alan Turing το 1950, είναι μια δοκιμασία της ικανότητας μιας μηχανής να επιδεικνύει έξυπνη συμπεριφορά ισοδύναμη ή χωρίς διάκριση από αυτήν ενός ανθρώπου. Ο Τούρινγκ πρότεινε ότι ένας αξιολογητής θα κρίνει τις φυσικές γλωσσικές συνομιλίες μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός μηχανήματος που έχει σχεδιαστεί για να παράγει ανθρώπινες απαντήσεις. Αν ο αξιολογητής δεν μπορεί να ξεχωρίσει αξιόπιστα το μηχάνημα από τον άνθρωπο, το μηχάνημα λέγεται ότι πέρασε τη δοκιμή. Τα αποτελέσματα των δοκιμών δεν εξαρτώνται από την ικανότητα του μηχανήματος να δίνει σωστές απαντήσεις σε ερωτήσεις , μόνο από το πόσο πολύ οι απαντήσεις του μοιάζουν με αυτές που θα έδινε ένας άνθρωπος.

Όμως, ο Searle, έχοντας σθεναρές αντιρρήσεις για την απάντηση του Alan Turing, ανέπτυξε το πείραμα του Κινέζικου Δωμάτιου. Ο ίδιος το συνόψισε το 1999 ως εξής: Φανταστείτε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει κινέζικα, κλειδωμένο σε ένα δωμάτιο γεμάτο αρχεία με κινέζικα σύμβολα (μια βάση δεδομένων). Στο δωμάτιο υπάρχει και ένα βιβλίο οδηγιών, που του εξηγεί λεπτομερώς τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους μπορούν να σχηματιστούν ακολουθίες κινέζικων συμβόλων – λέξεις (το πρόγραμμα), αλλά όχι την σημασία των κινέζικων χαρακτήρων. Η μοναδική επικοινωνία με τον έξω κόσμο επιτυγχάνεται μέσω δύο λεπτών σχισμών, από τις οποίες όμως μπορεί να περάσει μονάχα ένα λεπτό κομμάτι χαρτί. Φανταστείτε, έπειτα, ότι άνθρωποι έξω από το δωμάτιο εισάγουν από τη μία σχισμή και άλλα κινέζικα σύμβολα τα οποία, άγνωστα στο άτομο του δωματίου, είναι ερωτήσεις. Εκτελώντας ορθά και αυστηρά τις οδηγίες του προγράμματος, ο άνθρωπος στο δωμάτιο μπορεί να διαβιβάσει προς τα έξω (στην άλλη σχισμή – έξοδο του δωματίου) ακολουθίες, που αντιστοιχούν σε σωστές απαντήσεις, όπως ακριβώς θα τις έδινε ένας άνθρωπος που μιλάει κινέζικα. Έτσι, αυτοί που παίρνουν τις απαντήσεις, λογικά, θα υποθέσουν ότι μέσα στο δωμάτιο υπάρχει κάποιος που γνωρίζει κινέζικα. Το άτομο βέβαια στο δωμάτιο έχει περάσει το Test Turing, αλλά δεν καταλαβαίνει ούτε μια λέξη. Δεν γνωρίζει καν πως αυτά που του δόθηκαν είναι ερωτήσεις και αυτά που έστειλε είναι απαντήσεις.

Ο Searle μέσω αυτού του πειράματος θέλει να υποστηρίξει πως δεν είναι εφικτό να κατασκευαστεί μία συνειδητή τεχνητή νοημοσύνη. Ακόμα και αν όμως αυτό γίνει κάποτε εφικτό, εμείς οι άνθρωποι – ως εξωτερικοί παρατηρητές – δεν θα είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε. Πιο συγκεκριμένα, θέλει να αποδείξει πως οι υπολογιστές δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν συνείδηση, αφού υπάρχει πάντα κάποιος που τους τροφοδοτεί με εντολές, τις οποίες απλά ακολουθούν. Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα είναι αυτό που κάνει τον υπολογιστή να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο και, φυσικά, ο ίδιος δεν διαθέτει ούτε μυαλό ούτε δυνατότητα κατανόησης των όσων κάνει.

Άλλα παραδείγματα

Το παραπάνω επιχείρημα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε και σε άλλους τομείς. Ειδικά στην ανθρώπινη καθημερινότητα μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα στα οποία τα άτομα απλά πράττουν χωρίς συνείδηση.

Ενδεικτικά:

  • η πρωινή ρουτίνα
  • η βραδινή ρουτίνα
  • η εργασία
  • οι κοινωνικές συναναστροφές
  • η παρακολούθηση τηλεόρασης
  • η προβολή ταινιών
  • η οδήγηση

Ας θεωρήσουμε επίσης την εξής αντιστοιχία: 

Κινέζικο Δωμάτιο  –  Αίθουσα Μαθηματικών

Άτομο μέσα στο δωμάτιο  – Μαθητής των Μαθηματικών

Κινέζικα σύμβολα –  Μαθηματικά σύμβολα

Πρόσωπα έξω από το δωμάτιο  – Δάσκαλοι των Μαθηματικών

Κανόνες – οδηγίες μέσα στο δωμάτιο – Κανόνες των Μαθηματικών

Εξωτερικός παρατηρητής – Εξετάσεις

Τότε έχουμε έναν ισομορφισμό, ο οποίος μας επιτρέπει να οδηγηθούμε στα ίδια συμπεράσματα για την Αίθουσα Μαθηματικών με αυτά του Searle για το Κινέζικο Δωμάτιο. Συγκεκριμένα, οι απαντήσεις που δίνει ο μαθητής στα Μαθηματικά φαίνονται εντελώς σωστές και όμοιες με τις απαντήσεις που θα έδινε κάποιος που έχει βαθιά γνώση και κατανόηση των Μαθηματικών (φυσικά μιλάμε γι’ αυτούς που πράγματι δίνουν τις σωστές απαντήσεις). Στην περίπτωση όμως των Μαθηματικών, οι απαντήσεις δίνονται διαμέσου του χειρισμού τυπικών συμβόλων που συνήθως είναι ανερμήνευτα για το μαθητή. Ως προς τα Μαθηματικά λοιπόν ο μαθητής συμπεριφέρεται όπως ένας υπο­λογιστής, δηλαδή εκτελεί διεργασίες υπολογισμού πάνω σε στοιχεία που έχουν προσδιοριστεί με τυπικό τρόπο, και επομένως είναι απλώς μια εξατο­μίκευση του προγράμματος ενός υπολογιστή. Συνεπώς, οι εξετάσεις δείχνουν ότι ο μαθητής γνωρίζει Μαθηματικά, πράγμα το οποίο δεν αληθεύει.

Ο μαθη­τής απλώς συμπεριφέρεται ως γνώστης των Μαθηματικών χωρίς στην πραγ­ματικότητα να γνωρίζει Μαθηματικά. Εκείνο που κάνει είναι να χειρίζεται σύμβολα με τη βοήθεια κανόνων χωρίς να γνωρίζει τι σημαίνουν αυτά τα σύμβολα. Επομένως, η Αίθουσα Μαθηματικών, όπως και το Κινέζικο Δωμά­τιο, αντιστοιχεί στη λειτουργία ενός υπολογιστή και με αυτό δείχνουμε ότι η εκτέλεση κανόνων δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί κατανόηση ή σκέψη, εφόσον αυτό που κάνει ο μαθητής είναι ο χειρισμός συμβόλων σύμφωνα με τη μορφή τους και τους αντίστοιχους κανόνες. Συνεπώς, αφού η νόηση είναι κάτι πα­ραπάνω από το συντακτικό χειρισμό συμβόλων σύμφωνα με κάποιους κανό­νες, και ο μαθητής περιορίζεται ουσιαστικά μόνο σε αυτό, τότε δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε σοβαρά ότι ο μαθητής νοεί και κατανοεί τα Μαθηματικά. Το θεωρητικό αυτό συμπέρασμα μπορεί να τεκμηριωθεί και εμπειρικά από κάποιον που βρίσκεται σε μια Αίθουσα Μαθηματικών για σειρά ετών και βιώνει την πραγματικότητά της.

Όμως σκοπός της εκπαίδευσης δεν είναι, μετά από χρόνια μαθητείας, να μπορούν οι μαθη­τές να λύνουν εκατοντάδες ασκήσεις με μηχανικό τρόπο, δίχως να καταλα­βαίνουν τι ακριβώς κάνουν και ποιο είναι το νόημα, αλλά να έχουν δομήσει ένα νοηματικό πλαίσιο από τις βασικές μαθηματικές έννοιες, που είναι φο­ρείς της σημασίας, και να μπορούν να μορφοποιήσουν ένα τρόπο σκέψης χρήσιμο στη ζωή και στην επιστήμη. Σκοπός είναι να έχουν εξοπλίσει και πλουτίσει το εννοιολογικό τους οπλοστάσιο με τις κατάλληλες έννοιες, οι οποίες θα τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα της ζωής. Όλοι μαζί έχουμε υποβαθμίσει και αποπνευματοποιήσει ακριβώς ένα από τα πιο πνευματικά ανθρώπινα δημιουργήματα. Τα Μαθηματικά μπορούν να αποτελέσουν ωραίο πνευματικό ταξίδι, γεμάτο νόημα και αισθη­τική, γεμάτο μορφωτικά αποτελέσματα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε εφιάλτη για τα παιδιά.

Και τι πρέπει να γίνει

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν ενδιαφέρεται για τη μόρφωση των παιδιών αλλά για τη διεκπεραίωση μιας διαδικασίας με συνεχείς εξετάσεις που καταλήγουν στην απονομή διπλωμάτων και πτυχίων. Όσο τα πτυχία χρησιμοποιούνταν ως εισιτήριο για το Δημόσιο, είχαν κάποια αξία έστω και ως απλό χαρτί χωρίς απαραίτητα αντίκρισμα. Τι γίνεται όμως τώρα;

Κλειδί για να γίνουν τα σχολεία μας χώροι μόρφωσης είναι δύο σχετιζόμενες αλλαγές που φαίνονται μεν μικρές αλλά είναι κρίσιμες:

1. Να μην ταυτίζεται η διδακτέα με την εξεταστέα ύλη και

2.  Να μην ορίζει το υπουργείο με ακρίβεια σελίδων από ένα διδακτικό εγχειρίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα και την εξεταστέα ύλη.

Το υπουργείο θα πρέπει να δίνει απλώς τις κατευθυντήριες γραμμές και στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί να προσδιορίζουν τι ακριβώς και πώς θα διδάσκεται στο σχολείο τους. Με αυτόν τον τρόπο θα διαμορφώνεται η ειδική φυσιογνωμία κάθε σχολείου και δεν θα καταδυναστεύεται η εκπαιδευτική διαδικασία από το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο που ακυρώνει τον ρόλο και την ευθύνη των καθηγητών. Θα μπορούν να χρησιμοποιούνται διαφορετικά, περισσότερα και καλύτερα βιβλία από τα σημερινά. Οι σχολικές μονάδες και οι καθηγητές θα αξιολογούνται για το έργο τους με κριτήρια που θα περιλαμβάνουν και το πώς αποδίδουν οι μαθητές τους στα πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα χωρίς κλειστή ύλη. Ετσι θα στραφεί η διδασκαλία όχι στην αποστήθιση αλλά στην ουσία, έτσι θα δίνεται προσοχή στις ειδικές ανάγκες και στις ικανότητες των μαθητών και μαθητριών και δεν θα ισοπεδώνονται όλα στον Προκρούστη του εξαντλητικά ορισμένου (και αναχρονιστικού) αναλυτικού προγράμματος. Υπάρχουν πολλά που μπορεί και πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση αλλά οι δύο αυτές κινήσεις είναι βασικές.

Φιλοσοφικό υπόβαθρο

Το ζήτημα του κατά πόσον είναι δυνατό για τις μηχανές να σκέφτονται έχει μια μακρά ιστορία, η οποία είναι σταθερά εδραιωμένη στη διάκριση μεταξύ του δυισμού και της υλιστικής άποψης του νου. Ο Ρενέ Ντεκάρτ προδιέγραψε τις πτυχές της δοκιμασίας Turing στο έργο του 1637 Λόγος περί της Μεθόδου.

Ο Denis Diderot διατύπωσε ένα κριτήριο Test Turing:

«Αν βρούμε έναν παπαγάλο που θα μπορούσε να απαντήσει σε όλα, θα ισχυριζόμουν ότι είναι ένα έξυπνο ον χωρίς δισταγμό».

Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνεί με αυτό, αλλά ότι ήταν ήδη ένα κοινό επιχείρημα υλιστών εκείνη την εποχή.

Σύμφωνα με τον δυϊσμό, ο νους είναι μη φυσικός (ή, τουλάχιστον, έχει μη φυσικές ιδιότητες ) και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξηγηθεί με καθαρά φυσικούς όρους. Σύμφωνα με τον υλισμό, ο νους μπορεί να εξηγηθεί σωματικά, πράγμα που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο των μυαλών που παράγονται τεχνητά.

Πηγές: Wikipedia – Άρθρο της Βάσω Κιντής στο Βήμα – StanfordΜαθηματική Ξενάγηση