Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χωρίς Στεφάνι

στις

Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896 στην εφημερίδα «Ακρόπολις».   Εκτυλίσσεται στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (δεν υπήρχε τότε μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντη μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Ανάστασης και τάσσεται υπέρ της καθιέρωσης του πολιτικού γάμου!

Alexandros_Papadiamantis

Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.

Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.

Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.

Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.

Αργά τήν νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών καί λαβάρων καί κηρίων εξήρχετο τού ναού, εν μέσω ψαλμών καί μολπών καί φθόγγων εναλλάξ τής μουσικής τών ορφανών Χατζηκώστα, καί θόρυβος καί πλήθος καί κόσμος εις τό σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε νά φθάση εις τήν οικίαν του, διά νά φορέσει τόν μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, καί κρατών τό ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, νά εξέλθει εις τόν εξώστην, μέ τήν ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ᾽ απεφάσιζον νά κάμουν στάσιν καί ν᾽ αναπέμψουν δέησιν υπό τόν εξώστην του· τότε καί η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν εις τήν γειτονιάν) εις τό μικρόν παράθυρον τής οικίας της μισοκρυμμένη όπισθεν τού παραθυροφύλλου εκράτει τήν λαμπαδίτσαν της μέ τό φώς ίσα μέ τήν παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις τό πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τό μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τά αρώματα καί τά δάκρυα τής αμαρτωλού, καί μή τολμώσα εγγύτερον νά προσέλθει καί ασπασθεί τούς αχράντους καί ηλοτρήτους καί αιμοσταγείς πόδας Του.

*
Καί τήν Κυριακήν τό πρωί, βαθιά μετά τά μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις τό παράθυρον, κρατούσα τήν ανωφελή καί αλειτούργητην λαμπάδα της, καί ήκουε τάς φωνάς τής χαράς καί τούς κρότους, κι έβλεπε κ᾽ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρού-φρού από τήν εκκλησίαν, φέρουσαι τάς λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως τό σπίτι, ευτυχείς, καί μέλλουσαι νά διατηρήσωσι δι᾽ όλον τόν χρόνον τό άγιον φώς τής Αναστάσεως. Καί αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε τήν φθαρείσαν νεότητά της.

*
Μόνον τό απόγευμα τής Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες τών ναών διά τήν Αγάπην, τήν Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα νά εξέλθη από τήν οικίαν, αθορύβως καί ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τόν τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, μέ σχήμα καί μέ τρόπον τοιούτον ως νά έμελλε νά εισέλθει διά τι θέλημα εις τήν αυλήν καμιάς γειτονίσσης. Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις τήν βόρειον πλευράν τού ναού, καί διά τής μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά καί κλεφτά έμβαινε μέσα.

Εις τάς Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι γιά τίς κυράδες, η δευτέρα γιά τίς δούλες. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τάς νύκτας νά υπάγει εις τήν Εκκλησίαν, μήπως τήν κοιτάξουν, καί δέν εφοβείτο τήν ημέραν, νά μήν τήν ιδούν. Διότι οι κυράδες τήν εκοίταζαν, οι δούλες τήν έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δέ ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δέν ήθελεν ή δέν ημπορούσε νά έρχεται εις επαφήν μέ τάς κυρίας, καί υπεβιβάζετο εις τήν τάξιν τών υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.

*
Ωραίον καί πολύ ζωντανόν, καί γραφικόν καί παρδαλόν, ήτο τό θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τά Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι μέ τό Ευαγγέλιον καί τήν Ανάστασιν επί τών στέρνων, τελούντες τόν Ασπασμόν.

Οι δούλες μέ τάς κορδέλας των καί μέ τάς λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά καί αριστερά, κι εφλυάρουν πρός αλλήλας, χωρίς νά προσέχουν εις τήν ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάνες οδήγουν από τήν χείρα τριετή καί πενταετή παιδία καί κοράσια, τά οποία εκράτουν τάς χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τά χρυσόχαρτα μέ τά οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν νά καύσουν όπισθεν τά μαλλιά τού πρό αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός τού ναού, καί κατετρόμαζον τές δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τούς εκυνηγούσε, αλλ᾽ αυτοί έφευγαν από τήν μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά τής άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τούς δίσκους κι έρραινον μέ ανθόνερον τές παραμάνες.

Δύο ή τρείς νεαραί μητέρες τής κατωτέρας τάξεως τού λαού, επτά ή οκτώ παραμάνες, εκρατούσαν πεντάμηνα καί επτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας. Τά μικρά ήνοιγον τεθηπότα τούς γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως τό φώς τών λαμπάδων, τών πολυελέων καί μανουαλίων, τούς κύκλους καί τά νέφη τού ανερχομένου καπνού τού θυμιάματος καί τό κόκκινον καί πράσινον φώς τό διά τών υάλων τού ναού εισερχόμενον, τό ανεμίζον ράσον τού εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τά γένια τών παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν τής κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν τών χειλέων, διά νά επαναλάβουν εις όλους τό Χριστός ανέστη· βλέποντα καί θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τά στίλβοντα κομβία καί τά στριμμένα μουστάκια τού αστυφύλακος, τούς λευκούς κεφαλοδέσμους τών γυναικών, καί τούς στοίχους τών άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς καί πόρρω· παίζοντα μέ τούς βοστρύχους τής κόμης τών βασταζουσών, καί ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.

Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον μέ ώμον πλησίον μιάς κολώνας, μόλις είδαν τό έν τό άλλο, καί πάραυτα εγνωρίσθησαν καί συνήψαν σχέσεις, καί τό έν, ωραίον καί καλόν καί εύθυμον, έτεινε τήν μικράν απαλήν χείρά του πρός τό άλλο, καί τό είλκε πρός εαυτό, καί εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.

*
Αλλ᾽ η φωνή τού βρέφους ήτο λιγεία, καί ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, καί ο Γιαμπής ο επίτροπος δέν ηγάπα ν᾽ ακούει θορύβους. Εις όλας τάς νυκτερινάς ακολουθίας τών Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τάς πυκνάς τών γυναικών τάξεις διά νά επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα τού λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει τό τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε καί τώρα νά επιτιμήσει καί αυτήν τήν πτωχήν μητέρα διά τούς ακάκους ψελλισμούς τού βρέφους της.

Τότε η Χριστίνα η Δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τόν τελευταίον κίονα, κολλητά μέ τόν τοίχον, σύρριζα εις τήν γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της ―καί τό εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ᾽ ως αμαθής καί ανόητος γυνή οπού ήτον― ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, άς είναι καί επίτροπος ναού, δέν έχει δικαίωμα νά επιπλήξει πτωχήν νεαράν μητέρα διά τούς κλαυθμηρισμούς τού βρέφους της, καθώς δέν έχει δικαίωμα νά τήν αποκλείσει τού ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δέν μεταδίδουν τήν θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Καί πρέπει νά τά αποκλείσουν τής θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Εκ τού μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν νά ενθυμηθεί ότι πρό χρόνων, μίαν νύκτα, κατά τήν ύψωσιν τού Σταυρού, όταν επήγε νά εκκλησιασθεί εις τόν ναΐσκον τού Αγίου Ελισσαίου, παρά τήν Πύλην τής Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τόν Απόστολον, όταν απήγγειλε τάς λέξεις «τά μωρά τού κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τόν γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε νά ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον πρός τήν φωνήν τού αναγνώστου. Καί οποίαν γλυκύτητα είχε τό παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει νά ήτο τό Ωσαννά τό οποίον έψαλλον τό πάλαι οι παίδες τών Εβραίων πρός τόν ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα τών εχθρών σου, τού καταλύσαι εχθρόν καί εκδικητήν.»

Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμία μήτηρ δέν θά ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε νά μή στενοχωρείται, καί νά μή σπεύδει νά κατασιγάσει τό βρέφος της, καί νά μή παρακαλεί ν᾽ ανοιχθεί πλησίον της εις τόν τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά νά εξέλθει τό ταχύτερον. Περιτταί δέ ήσαν αι νουθεσίαι τού επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καί αφού πρός βρέφος θηλάζον όλα τά συνήθη μέσα τής πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δέ η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, τήν χρήσιν τών οποίων περιττόν νά έλθη τρίτος τις διά νά τής υπενθυμίσει. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τάς γυναίκας!

Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τί νά είπη; Αυτής δέν τής έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δέν είχε διά νά φοβείται τάς επιπλήξεις τού επιτρόπου. Τά παιδία της τά είχε θάψει, χωρίς νά τά έχει γεννήσει. Καί ο ανήρ τόν οποίον είχε δέν ήτο σύζυγός της.

Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.

*
Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!…

Αλλά δέν πρόκειται νά κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής καί ηθικής, διά νά είναι τουλάχιστον συνεπείς πρός εαυτούς καί λογικοί, οφείλουν νά ψηφίσωσι τόν πολιτικόν γάμον.

*
Από τόν καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τάς συστάσεις τών κομματαρχών διά νά διορίζεται δασκάλα, είς τών κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνάρης, τήν είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε τό υπουργείον, καί δέν ίσχυε πλέον νά τήν διορίσει, τής είπεν: «Έλα νά ζήσουμε μαζί, κι αργότερα θά σέ στεφανωθώ». Πότε; Μετ᾽ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.

Έκτοτε παρήλθον χρόνοι καί χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τά μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίσει. Καί δέν τήν εστεφανώθη ποτέ.

Αυτή δέν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε καί άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα μέ αυτάς.

Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τά νόθα τού αστεφανώτου ανδρός της εις τό σπίτι, τά εθέρμαινεν εις τήν αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τά επονούσε. Καί τά ανέσταινε, κι επάσχιζε νά τά μεγαλώσει. Καί όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, καί τά είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από τήν οστρακιάν, τήν ευλογιάν, καί άλλας δυσμόρφους συντρόφους… καί τής τά έπαιρνεν από τήν αγκαλιάν της.

Τρία ή τέσσαρα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.

Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε καί άσπριζε. Κι έκλαιε τά νόθα τού ανδρός της ως νά ήσαν γνήσια ιδικά της. Κ᾽ εκείνα τά πτωχά, τά μακάρια, περιΐπταντο εις τά άνθη τού παραδείσου, εν συντροφία μέ τ᾽ αγγελούδια τά εγχώρια εκεί.

Εκείνος ουδέ λόγον τής έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δέν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.

Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τόν χρόνον. Τήν Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ᾽ αυγά τά κόκκινα. Καί τάς καλάς ημέρας δέν είχε τόλμης πρόσωπον νά υπάγει κι αυτή εις τήν εκκλησίαν.

Μόνον τό απόγευμα τού Πάσχα, εις τήν ακολουθίαν τής Αγάπης, κρυφά καί δειλά εισείρπεν εις τόν ναόν, διά ν᾽ ακούση τό «Αναστάσεως ημέρα» μαζί μέ τίς δούλες καί τίς παραμάννες.

Αλλ᾽ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα τής ταλαιπωρίας τών πτωχών καί τού στεναγμού τών πενήτων», όστις εδέχθη τής αμαρτωλής τά μύρα καί τά δάκρυα καί τού ληστού τό Μνήσθητί μου, θά δεχθεί καί αυτής τής πτωχής τήν μετάνοιαν, καί θά τής δώσει χώρον καί τόπον χλοερόν, καί άνεσιν καί αναψυχήν εις τήν βασιλείαν Του τήν αιωνίαν.