Σωκράτης (469 – 399 π.Χ.)

στις

Βιογραφικά

Ο διασημότερος φιλόσοφος όλων των αιώνων και των εποχών Σωκράτης, γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης, γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου, μετά από μια ζωή πλουσιότατη σε δράση και διδασκαλία, φιλοσοφική, πέθανε το 399 π.Χ. πίνοντας το κώνειο, ύστερα απ` τη γνωστή θανατική καταδίκη του, σε ηλικία 70 ετών.

Πριν απ` όλα τα άλλα θεωρούμε απαραίτητο να υπενθυμίσουμε εδώ τον χρησμό εκείνο του αρχαίου μαντείου, ο οποίος έλεγε: `Σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ` απάντων Σωκράτης σοφότατος`.

Ήταν μάλλον φτωχός, για αυτό και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο βαρύ πεζικό. Αν και δεν πήρε μεγάλη μόρφωση, ωστόσο ήδη από τα νιάτα του παραμελούσε τις κοσμικές του υποθέσεις για να αφοσιωθεί στη σκέψη. Παραδίδεται μάλιστα ότι συνήθιζε να στέκεται για ολόκληρες ώρες ατενίζοντας το κενό, απόλυτα απορροφημένος από το διαλογισμό του για κάποιο θέμα ή πρόβλημα που τύχαινε εκείνη τη στιγμή να τον απασχολεί.

Παντρεύτηκε την Αθηναία Ξανθίππη, μάλλον σε προχωρημένη ηλικία, και απέκτησε τρία αγόρια. Ιδιαίτερα ενεργός πολίτης, συμμετείχε σε όλες πς εκδηλώσεις της Αθήνας και έλαβε μέρος, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, στις μάχες της Ποτίδαιας (431 π.Χ.), του Δηλίου (424 π.Χ.) και της Αμφίπολης (422 π.Χ.).

Αρχικά ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν γλύπτης, αλλά σε λίγο το παράτησε κι άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με τη φιλοσοφία, την οποία θεράπευσε σε όλο το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του. Μαθήτευσε κοντά στον Αναξαγόρα και άλλους φιλοσόφους και τούτου το αποτέλεσμα ήταν να αναδειχτεί πολύ σύντομα σαν λίαν σπουδαίος και μεγάλος φιλόσοφος των Αθηνών, που, με τη διαλεκτικά διατυπωμένη περίφημη διδασκαλία του, συνάρπαζε κυριολεκτικά τους μαθητές του και τον κόσμο, ο οποίος συνέρεε και κατανυχτικά τον άκουγε.

Από τη στιγμή, που αποφάσισε να αφοσιωθεί στις φιλοσοφικές του διατριβές, δεν ασκούσε κάποιο άλλο επάγγελμα καθαρά βιοποριστικό αλλά, ελεύθερος, γυρνούσε στις όχθες του Ιλισσού, τα καταστήματα και τις διάφορες στοές της πόλης, άσχημος γενικά κατά την όψη, ξυπόλητος και κακοφορεμένος, διδάσκοντας, παροτρύνοντας, συμβουλεύοντας και καυτηριάζοντας (ανάλογα με την περίσταση) τους οπαδούς του κι όσους άλλους τον περιστοίχιζαν.

O Σωκράτης συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνες τις δημιουργικές προσωπικότητες που δεν άφησαν κάποιο σύγγραμμα, όπως εξάλλου συνέβη και με τον Πυθαγόρα. Έτσι, οι ερευνητές προσπαθούν να ανασυνθέσουν τις φιλοσοφικές του απόψεις κυρίως μέσα από τα συγγράμματα δύο μαθητών του, του φιλόσοφου Πλάτωνα και του ιστορικού Ξενοφώντα. Επικουρικά χρησιμοποιούνται τα λείψανα των λεγόμενων Σωκρατικών, δηλαδή του Ανπσθένη, του Αισχίνη, του Αρίστιππου, καθώς και πληροφορίες που αντλούνται από τον Αριστοτέλη αλλά και από τον κωμωδιογράφο Αριστοφάνη.

Δεν έγραψε κανένα έργο, ότι δε γνωρίζουμε σχετικά με αυτόν αντλείται από συγγράμματα των μαθητών του Πλάτωνα, Ξενοφώντα και Αριστοτέλη. Με τη διδασκαλία του προσπάθησε να διορθώσει τα `κακώς κείμενα` της κοινωνίας, κηρύσσοντας συνέχεια την αλήθεια και την αρετή. Δίδασκε πάντα δωρεάν και ποριζόταν τα αναγκαία για το `ζην` μόνο από τις προσφορές των οπαδών του. Ξεκινούσε τη διδασκαλία του από τα Γυμνάσια κάθε πρωί και την παρέτεινε το απόγευμα στους περιπάτους και ως αργά το βράδυ.

Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται πλείστοι όσοι υστερότερα σπουδαίοι και ισχυροί παράγοντες των γραμμάτων και της αθηναϊκής πολιτικής, σαν τον Πλάτων, τον Αλκιβιάδη, τον Αισχίνη, τον Αντισθένη, τον Ευκλείδη, τον Κρίτωνα, τον Φαίδωνα κ.α.

Πρέσβευε και δίδασκε ότι υπάρχει ένα υπέρτατο ον, το οποίο το ονόμαζε `δαιμόνιον μεγίστης σοφίας και αγαθότητας`. Από το σημείο αυτό ξεκινώντας μερικοί εχθροί του, που δεν τον χώνευαν γιατί έλεγχε συνέχεια το βίο και την πολιτεία του, ως παραγόντων της δημόσιας αθηναϊκής ζωής, τον κατηγόρησαν πως στρέφεται δήθεν εναντίον στους αναγνωρισμένους θεούς, εισάγοντας `καινά δαιμόνια` και παραβιάζοντας έτσι το νόμο, ο οποίος, με ποινή θανάτου, απαγόρευε κάθε προσβολή των καθιερωμένων θεοτήτων της εποχής. Και συνάμα ότι με τον τρόπο του αυτό διαφθείρει τη νεολαία της πόλης και διαδίδει μεταξύ της νέες ανατρεπτικές ιδέες.

Συγκεκριμένα ο Σωκράτης το 399 π.Χ. κατηγορήθηκε από τους επαγγελματίες συκοφάντες Μέλητο, Άνυτο και Λύκωνα ότι δήθεν αδικεί Σωκράτης ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα σε καινά δαιμόνια εισφέρων. Αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων, δηλαδή «δεν δέχεται ο Σωκράτης τους θεούς που πιστεύει η πόλη και εισάγει νέους θεούς. Αδικεί επίσης γιατί διαφθείρει τους νέους»

Μετά την κατηγορία, ο ρήτορας Λυσίας προσφέρθηκε να τον υπερασπιστεί δωρεάν αλλά ο Σωκράτης δεν το δέχθηκε αυτό κι ανέλαβε από μόνος του την υπεράσπισή του μπροστά στο από 500 μέλη δικαστήριο, που τον δίκασε. Παρότι στην απολογία του απέδειξε περίτρανα την αθωότητά του, με δύναμη και διαλεκτική δεινότητα πραγματικά ασύγκριτες, εντούτοις, η απόφαση βγήκε τελικά καταδικαστική σε βάρος του (με πλειοψηφία 283 ψήφων, σε σύνολο 500). Όταν, αμέσως μετά, του είπαν να υποβάλει αίτηση μετατροπής της ποινής του σε εξορία ή πρόστιμο, αυτός πάλι αρνήθηκε να το κάνει, λέγοντας πως, αν το έκανε αυτό, θα ήταν σαν παραδεχόταν ο ίδιος την ενοχή του.

Όταν επίσης, κατά τις τελευταίες μέρες πριν απ` τη θανάτωσή του, ο μαθητής του Κρίτωνας του υπέδειξε να δραπετεύσει (είχε δωροδοκήσει του φύλακές του) και στη συνέχεια να φυγαδευτεί μακριά, εκείνος ξανά αρνήθηκε, λέγοντας ότι χρέος του πολίτη είναι να υπακούει στους κείμενους νόμους της πατρίδας του.

Την ημέρα της εκτέλεσής του, αφού έκανε πιο πριν στους μαθητές του μια υπέροχη διδασκαλία, σχετική με την αθανασία της ψυχής, με θαυμαστή κι απόλυτη αταραξία, πήρε από το δεσμοφύλακα του το φλιτζάνι με το κώνειο και, όταν το ήπιε. “εξεμάρτησε το ζήν”, δίνοντας με τον τρόπο τούτο, στον κόσμο ένα ισχυρότατο παράδειγμα φιλοπατρίας, αρετής και τέλειας προσήλωσης στους νόμους και τις πεποιθήσεις του.

H προσωπικότητα του

Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι ο Σωκράτης υπήρξε τύπος ιδιόρρυθμος, σχεδόν εκκεντρικός. Διέθετε, εκτός από έναν απόλυτα ενεργοποιημένο κοινό νου, χιούμορ, φαντασία, πνευματική δύναμη και μια αγάπη για την αλήθεια τόσο θερμή, που μερικές φορές μπορούσε να φτάσει μέχρι την έκσταση. H εμφάνιση του θύμιζε μυθικό Σάτυρο, ενώ  φίλοι και αντίπαλοι τον περιγράφουν ως ιδιαίτερα καρτερικό και εγκρατή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη πλευρά του, αυτή του έντονα θρησκευόμενου πολίτη. Χαρισματικός στην επικοινωνία του με τους νέους, ασκούσε μεγάλη επιρροή στους φίλους του. Αυτήν του τη γοητεία δείχνουν τα λόγια που βάζει στο στόμα του Αλκιβιάδη ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο του: H τε καρδία πηδά και δάκρυα εκχείται υπό των λόγων των τούτου (Και η καρδιά αναπηδά και τα δάκρυα τρέχουν από τα λόγια του). O Σωκράτης με το λεγόμενο «παιδαγωγικό έρωτα» ξεχώρισε από τους αντιπάλους του σοφιστές στη σχέση δάσκαλου-μαθητή, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν είχε οικονομική βάση.

Ήταν από πεποίθηση νομιμόφρων, για αυτό δεν δίστασε πολλές φορές να αντιταχθεί στις αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, σε μια εποχή που ο σημαντικός αυτός θεσμός της αθηναϊκής πολιτείας ελεγχόταν από διάφορους δημαγωγούς. Όταν κατείχε το αξίωμα του επιστάτη των πρυτάνεων το 406 π.Χ., εναντιώθηκε με σφοδρότητα στην παράλογη απόφαση των Αθηναίων να εκτελέσουν τους νικητές ναυάρχους της ναυμαχίας των Αργινουσών, επειδή δεν περισυνέλεξαν τους νεκρούς από τη θάλασσα. Υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι σης αυθαιρεσίες των Τριάκοντα, στοιχείο που καταδεικνύει την ακεραιότητα του χαρακτήρα του.

O Σωκράτης και το θείον

O Σωκράτης ήταν απόλυτα πιστός στην πατρογονική λατρεία. Πολύ συχνά οι συμπολίτες του τον έβλεπαν να κάνει θυσίες σε δημόσιους βωμούς. H θέση του όμως αυτή στηριζόταν σε ιδέες και απόψεις ιδιαίτερα φωτισμένες. Αντίθετα με τους περισσότερους, οι οποίοι πίστευαν πως η ικανότητα γνώσης των θεών ήταν μάλλον περιορισμένη στο χώρο και το χρόνο, ο Σωκράτης διακήρυσσε ότι οι θεοί βρίσκονται παντού και γνωρίζουν τα πάντα.

Αυτό μάλιστα που χαρακτηρίζει το Σωκράτη ως άνθρωπο αλλά και ως διανοούμενο είναι το περίφημο «δαιμόνιον», το οποίο, όπως υποστήριζε ο ίδιος, ήταν μια εσωτερική αποτροπή και καμιά φορά προειδοποίηση που τον προφύλασσε από οποιαδήποτε παρέκκλιση από το σωστό δρόμο.

H πίστη αυτή του Σωκράτη στο μεγαλείο και τη σοφία του θεού ενισχύθηκε με το επιχείρημα του προορισμού. O κόσμος είναι φτιαγμένος για τον άνθρωπο και το κάθε μέρος, το κάθε κομμάτι του ανθρώπου είναι προσαρμοσμένο σε έναν καλό σκοπό. Άρα, λοιπόν, όλα τα πράγματα που υπάρχουν είναι δημιουργήματα ενός σοφού τεχνίτη, ο οποίος αγαπάει όλα τα ζωντανά όντα.

O άνθρωπος όμως είναι το ανώτερο από όλα τα πλάσματα και για αυτό το λόγο η θεότητα έχει λάβει ιδιαίτερη μέριμνα για αυτόν.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Σωκράτης αισθανόταν υποχρεωμένος να κάνει ευχαριστήριες θυσίες, αλλά πίστευε ότι η χαρά των θεών είναι ανάλογη με την αγιότητα αυτού που πραγματοποιούσε τη θυσία ή έκανε την προσευχή του. Επειδή μάλιστα οι θεοί γνώριζαν καλά το δικό του συμφέρον, συνήθιζε να προσεύχεται απλά: «Δώστε μου, θεοί, ό,τι είναι καλύτερο για μένα».

Οι φιλοσοφικές θέσεις του

Με το Σωκράτη αρχίζει η ανθρωπολογική περίοδος της ελληνικής φιλοσοφίας, γιατί αυτός δεν ασχολείται, όπως οι πριν από αυτόν, με τα προβλήματα για την αρχή του κόσμου, αλλά μόνο με τον άνθρωπο. Επιδιώκει να γεννήσει σε αυτόν την εσωτερική ανησυχία και να αφυπνίσει τον έρωτα για τη σοφία, προς την αρετή.

Βασική θέση της σωκρατικής φιλοσοφίας ήταν ότι η αληθινή γνώση δεν είναι μόνο πηγή, αλλά η ουσία της αρετής. Για αυτό προτιμούσε να αναζητεί εκείνο το είδος της αλήθειας που θα καθόριζε τη διαγωγή των ανθρώπων. Έτσι, προσπαθούσε να βρει απάντηση στα ερωτήματα: «Τι είναι ευσέβεια και τι ασέβεια;», «Τι είναι το ωραίο και π το άσχημο;», «Τι είναι κυβερνήτης ανθρώπων και π δεσποτικός χαρακτήρας;» κ.λ.π.

H σωκρατική μέθοδος έρευνας γινόταν πάντα μέσω της συζήτησης με κάποιον από τους συντρόφους του. Επειδή ήταν εκπληκτικός χειριστής του λόγου, χωρίς δυσκολία μπορούσε να αποδείξει στο συνομιλητή του πως ήταν ακατατόπιστος στο θέμα που συζητούσαν. Αφού είχε ξεκαθαρίσει το θέμα της συζήτησης, προχωρούσε επαγωγικά στο να θεμελιώσει ακριβείς ορισμούς γενικών όρων. Έτσι, ενώ δήλωνε πλήρη άγνοια για όλα τα θέματα, συγχρόνως προσπαθούσε να δημιουργήσει μια κύρια βάση ηθικής επιστήμης που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως οδηγός στον εαυτό του και στους άλλους. Αμφισβητώντας όλα τα πράγματα, βρισκόταν κοντά στους σοφιστές. Όμως εκείνος υποδείκνυε τη λογική μάλλον παρά τις αισθήσεις ως το καθολικό και αιώνιο στοιχείο μέσα στον άνθρωπο και για αυτό αποτελούσε το μοναδικό αλάθητο κριτήριο της αλήθειας.

Επειδή όμως η πνευματική μόρφωση μπορούσε να μεγαλώνει τη δύναμη του ανθρώπου για να πράξει το κακό, προσπάθησε πρώτα από όλα να διδάξει στους μαθητές του τον αυτοέλεγχο και να τους εμπνεύσει πνεύμα σωφροσύνης στις σχέσεις τους με τους θεούς.

Πρέπει να γυρεύουμε, ισχυριζόταν, τη σοφία και τη δικαιοσύνη όχι γιατί είναι χρήσιμες στους ανθρώπους, αλλά και γιατί είναι αρεστές στους θεούς. Κοντολογίς τα διδάγματα του ήταν σχεδόν στον ίδιο βαθμό θρησκευτικά αλλά και φιλοσοφικά.

Αναλυτικότερα ο Σωκράτης είναι περισσότερο γνωστός από την άποψη του ότι «η αρετή είναι γνώση». Οι κυρίως αντίπαλοι του, οι σοφιστές, υποστήριζαν δύο πράγματα:
α) ότι οι ίδιοι μπορούσαν να διδάξουν ή να μεταδώσουν την αρετή,
β) ότι η γνώση, τουλάχιστον αυτή που μπορούσε να διδαχτεί, ήταν μια χίμαιρα.

Εξισώνοντας, λοιπόν αρετή και γνώση ο Σωκράτης με το ρητό του εμφανίζεται να τους προκαλεί.

Για να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του επέμενε να στρέφει τη συζήτηση σε ταπεινούς και φαινομενικά άσχετους ανθρώπους, όπως ήταν οι τσαγκάρηδες και οι ξυλουργοί, τη στιγμή που οι συνομιλητές του ρωτούσαν να μάθουν τι σήμαινε πολιτική ικανότητα ή αν υπήρχε κάτι ανάλογο της ηθικής υποχρέωσης. Αν θέλεις να γίνεις καλός τσαγκάρης, έλεγε ο Σωκράτης, το πρώτο που είναι απαραίτητο να μάθεις είναι τι είναι παπούτσι και ποιος ο σκοπός του. Δεν έχει αξία να προσπαθείς να αποφασίσεις για το καλύτερο είδος εργαλείων ή υλικού και για την καλύτερη μέθοδο χρησιμοποίησης τους, αν δεν έχεις σχηματίσει πριν στο νου σου μια σαφή και λεπτομερειακή έννοια για το τι ξεκίνησες να κατασκευάσεις και ποια λειτουργία θα έχει αυτό το αντικείμενο να εκτελέσει. Δηλαδή η αρετή του τσαγκάρη εξαρτάται από την κατοχή αυτής της γνώσης.

Ήταν πολύ φυσικό για το Σωκράτη να μιλάει για την αρετή ενός τσαγκάρη, όπως ακριβώς θα μπορούσε να μιλήσει για την αρετή ενός στρατηγού ή πολιτικού. H λέξη αρετή σήμαινε αυτό που τους έκανε καλούς στο συγκεκριμένο τους επάγγελμα και, ξεκινώντας από τα ταπεινά παραδείγματα των πρακτικών τεχνών, ο Σωκράτης μπορούσε εύκολα να δείξει ότι σε κάθε περίπτωση η απόκτηση αυτής της ικανότητας είχε να κάνει με τη γνώση, και πως η πρώτη και αναγκαιότερη γνώση ήταν η γνώση σε κάθε περίπτωση του σκοπού της δημιουργίας. Αν, λοιπόν, υπάρχει αποδεκτή σημασία βάσει της οποίας μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη αρετή, όπως επαγγέλλονταν ότι διδάσκουν οι σοφιστές -εννοώντας ότι με την αρετή μπορούσε ο κάθε άνθρωπος να τα βγάλει πέρα ικανοποιητικά στη ζωή – έπεται ότι πρέπει να υπάρχει σκοπός ή λειτούργημα που όλοι μας, ως ανθρώπινα όντα, πρέπει να επιτελέσουμε.

H πρώτη λοιπόν προσπάθεια, αν είναι να αποκτήσουμε αυτή τη γενική ανθρώπινη αρετή, είναι να ανακαλύψουμε ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Δίνει ο Σωκράτης άραγε απάντηση σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα; H απάντηση είναι μονολεκτική: Όχι!

Είναι σύμφωνο με το χαρακτήρα του Σωκράτη να μην έχει δώσει την απάντηση. Είχε
συνηθίσει να λέει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τίποτε και ότι το μόνο στο οποίο ήταν σοφότερος από τους άλλους ήταν πως είχε συνείδηση της άγνοιας του, ενώ αυτοί δεν είχαν της δικής τους. H ουσία της σωκρατικής μεθόδου ήταν να πείθει το συνομιλητή του ότι, ενώ πίστευε πως ήξερε κάτι, στην πραγματικότητα δεν ήξερε.

H πεποίθηση της άγνοιας είναι το απαραίτητο πρώτο βήμα για την απόκτηση της γνώσης, γιατί κανείς δεν αναζητεί τη γνώση σχετικά με οτιδήποτε, αν έχει την αυταπάτη ότι την κατέχει ήδη. Άπαξ και αντιλαμβανόταν ποιος ήταν ο δρόμος για το στόχο, ήταν πρόθυμος να τον αναζητήσει μαζί τους και η όλη φιλοσοφία για το Σωκράτη συνίστατο σε αυτή την ιδέα της «κοινής έρευνας». Ούτε ο συνομιλητής του ούτε ο ίδιος ήξερε ακόμα την αλήθεια, αλλά, αν πειθόταν ο άλλος ότι αυτό ήταν έτσι, θα μπορούσαν και οι δύο να ξεκινήσουν μαζί, με την ελπίδα πάντοτε να βρουν την αλήθεια. Αυτή η πίστη για την άγνοια όχι μόνο του εαυτού του αλλά και όλης της ανθρωπότητας, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποτελεί τη συμβολή του Σωκράτη στη φιλοσοφική σκέψη.

H συζήτηση των ανθρώπων της εποχής του είχε αναμειχθεί με μια μεγάλη ποικιλία γενικών όρων, ιδιαίτερα αυτών που χρησίμευαν για να περιγράψουν ηθικές έννοιες – δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία κ.ο.κ. O Σωκράτης ξεκινούσε πιστεύοντας ότι οι άνθρωποι ήξεραν π σήμαιναν αυτοί οι όροι, εφόσον τους χρησιμοποιούσαν καθημερινά, και ήλπιζε ότι θα το έλεγαν και σε αυτόν που δεν το γνώριζε. Όταν τους ρωτούσε όμως, ανακάλυπτε ότι κανείς τους δεν μπορούσε να του δώσει μια σωστή ερμηνεία.

Ίσως υπό το φως της σοφιστικής διδασκαλίας θα έπρεπε να υποτεθεί ότι αυτοί οι όροι δεν είχαν πράγματι σημασία, αλλά, εάν ίσχυε αυτό, οι άνθρωποι θα έπρεπε να σταματήσουν να τους χρησιμοποιούν. Εάν εξάλλου είχαν κάποια σταθερή σημασία, τότε όσοι τις χρησιμοποιούν θα έπρεπε να είναι σε θέση να πουν τι σημαίνουν. Δεν μπορείς να συζητάς για ενέργειες σοφές, δίκαιες ή χρηστές, παρά μόνο αν ξέρεις τι είναι σοφία, δικαιοσύνη ή χρηστότητα.

Αν, όπως υποψιαζόταν ο Σωκράτης, οι διάφοροι άνθρωποι χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις εννοούν διαφορετικά πράγματα, συζητούν χωρίς να συνεννοούνται, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η σύγχυση. H σύγχυση θα είναι γνωστική αλλά – το σημαντικότερο – και ηθική.

Από γνωστική άποψη το να συζητάς με κάποιον που χρησιμοποιεί τους όρους του με σημασία διαφορετική από τη δική σου δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά και, από ηθική άποψη, όταν οι αμφισβητούμενοι όροι παίρνουν τη θέση ηθικών εννοιών, τότε μόνο αναρχία μπορεί να προκύψει. Αυτή τη διπλή όψη του προβλήματος, γνωστική και ηθική, ήθελε να εκφράσει ο Σωκράτης με το ρητό του ότι η αρετή είναι γνώση. Τόσο καθαρό εξάλλου ήταν το μυαλό του και τόσο σταθερός ο χαρακτήρας του, ώστε του φαινόταν αυταπόδεικτο το γεγονός όπ, αν οι άνθρωποι μπορούσαν να φτάσουν στο σημείο να δουν αυτή την αλήθεια, θα διάλεγαν αυτόματα το σωστό. Ό,τι χρειαζόταν ήταν να τους πείσει κάποιος να κάνουν τον κόπο να βρουν ποιο είναι το σωστό. Από εδώ προκύπτει το δεύτερο περίφημο ρητό του, ότι κανείς δεν κάνει με τη θέληση του το κακό. Av η αρετή είναι γνώση, η κακία οφείλεται στην άγνοια και μόνο.

Πώς, λοιπόν, θα ξεκινήσουμε για να κατακτήσουμε τη γνώση του τι είναι αρετή, δικαιοσύνη κ.λπ.; O Σωκράτης ήταν έτοιμος να προτείνει μια μέθοδο και για τους άλλους και για τον εαυτό του.

H γνώση κατακτάται σε δύο στάδια, στα οποία αναφέρεται ο Αριστοτέλης, όταν λέει ότι ο Σωκράτης μπορεί δικαιολογημένα να προβάλει ως δικά του δύο πράγματα, την επαγωγή και το γενικό ορισμό. Αυτοί οι λογικοί όροι δεν φαίνονται να έχουν και πολλή σχέση με την ηθική, αλλά για το Σωκράτη η σχέση ήταν ζωτική. Το πρώτο στάδιο ήταν να συγκεντρωθούν παραδείγματα, για τα οποία -συμφωνούν και οι δύο συζητητές- μπορεί να ισχύσει ο όρος «δικαιοσύνη» (αν η δικαιοσύνη είναι το ζητούμενο). Τότε τα συγκεντρωμένα παραδείγματα των δίκαιων πράξεων εξετάζονται για να ανακαλυφθεί σε αυτά κάποια κοινή ιδιότητα, χάρη στην οποία οι πράξεις φέρουν αυτό το χαρακτηρισμό. H κοινή ιδιότητα, ή μια ομάδα ή μια δέσμη από κοινές ιδιότητες, συνιστά την ουσία τους ως δίκαιων πράξεων. Συνιστά πράγματι αυτή τον ορισμό της δικαιοσύνης. Έτσι, η επαγωγή αποτελεί μια «πορεία» του νου από τις ειδικές περιπτώσεις, αν τις συγκεντρώσουμε και τις δούμε συνολικά, προς την κατανόηση του κοινού όρου.

Το σφάλμα που έβρισκε ο Σωκράτης στις απαντήσεις των συνομιλητών του ήταν ότι θεωρούσαν αρκετό να ολοκληρώνουν το πρώτο στάδιο μόνο, δηλαδή να αναφέρουν μερικά παραδείγματα και να λένε, π.χ., «αυτό κι εκείνο είναι δικαιοσύνη» και για αυτό προσπαθούσε να τους κάνει να δουν όπ, έστω και αν υπάρχουν πολλά και ποικίλα παραδείγματα ορθής ενέργειας, πρέπει όλα αυτό να έχουν μια κοινή ιδιότητα ή ένα χαρακτήρα κοινό, με βάση τον οποίο και χαρακτηρίζονται ορθά. Διαφορετικά, η λέξη «ορθός» δεν έχει νόημα.

Αυτός ήταν ο στόχος των επίμονων και καμιά φορά ενοχλητικών ερωτήσεων που κατέστησαν το Σωκράτη τόσο αντιδημοτικό – να φτάσει από το σμήνος των αρετών στον ορισμό του ενός, της αρετής. Μοιάζει με άσκηση λογικής, αλλά στην πράξη ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο πίστευε ο Σωκράτης ότι θα καταπολεμούσε τις ανατρεπτικές ηθικές συνέπειες της σοφιστικής διδασκαλίας. Αυτοί οι άνθρωποι, που σε απάντηση σε παρόμοια ερωτήματα, όπως «Τι είναι ευσέβεια;» απαντούσαν «Αυτό που κάνω τώρα», είναι ακριβώς αυτοί που θα υποστήριζαν ότι ο μόνος κανόνας για την πράξη είναι να αποφασίζεις αυθόρμητα ποιο είναι το πλεονεκτικότερο. Κανόνες με την παραδεγμένη έννοια δεν υπήρχαν. Το λογικό σόφισμα οδηγούσε κατευθείαν σε ηθική αναρχία.

Σχηματικά ο Σωκράτης πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και οι ηθικές έννοιες λανθάνουν στο εσωτερικό του και αποτελούν ένα αντικειμενικό κριτήριο. O άνθρωπος, εάν εμβαθύνει στον εαυτό του, θα βρει τους ηθικούς κανόνες (γνώθι σαυτόν) και θα γίνει ενάρετος. Έπειτα από αυτό οι πράξεις του θα είναι αγαθές, γιατί δεν μπορεί να είναι κακός, αφού αυτό συγκρούεται με την εσώτατη φύση του.

H μαιευτική μέθοδος

H μέθοδος του Σωκράτη για την αναζήτηση της αλήθειας, κατά την εφαρμογή της, εμφανίζεται με δύο μορφές:

α. Αρνητική, ως ειρωνεία. Σύμφωνα με αυτή, παριστάνοντας τον εαυτό του να αγνοεί και να έχει ανάγκη από διδασκαλία, με συνεχείς ερωτήσεις οδηγούσε αυτόν με τον οποίο διαλεγόταν σε αντιφάσεις και τελικά τον εξανάγκαζε να ομολογήσει την άγνοια του.

β. Θετική, ως μαιευτική. Μεταφέροντας την τέχνη της μητέρας του σε πνευματικό έδαφος, κατόρθωνε να εκμαιεύσει από το συνομιλητή του σκέψεις για τις οποίες δεν είχε μέχρι τότε καμιά συνείδηση αυτός, δηλαδή ο συνομιλητής. Με την καθοδήγηση του άλλου στην εύρεση και τον καθορισμό της έννοιας, με τη βοήθεια της επαγωγής, έγινε συγχρόνως και ο εισηγητής της.

Μεταξύ των γνωμικών και αποφθεγμάτων του Σωκράτη ξεχωρίζουν τα παρακάτω τρία:

  1. `Εν οίδα ότι ουδέν οίδα`, που σημαίνει: `Ένα ξέρω, πως τίποτα δεν ξέρω` (μπροστά στον απέραντο ωκεανό της ανθρώπινης γνώσης).
  2. `Αρχή σοφίας της αγνοίας η γνώσις`, δηλαδή: `Η γνώση της άγνοιας του συνιστά την αφετηρία της (αληθινής) σοφίας για έναν άνθρωπο`.
  3. `Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ` αγαθά φέρει`, που σημαίνει: `Όπως ακριβώς μια εύφορη χώρα, έτσι κι η παιδεία μας φέρνει όλα τα εν γένει καλά`.
Advertisements