Τι είναι ο άνθρωπος κατά τους προσωκρατικούς

στις

Immanuel-Kant Ο άνθρωπος είναι για τον ίδιο τον άνθρωπο ένα αίνιγμα. Ο Kant, ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος του γερμανικού Ιδεαλισμού, στην προσπάθεια του να συλλάβει την ουσία του ανθρώπου θέτει τέσσερα καίρια ανθρωπολογικά ερωτήματα: 

  1. Τι μπορώ να γνωρίζω;

  2. Τι οφείλω να πράττω;

  3. Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;

  4. Τι είναι ο άνθρωπος;

Τα τρία πρώτα ερωτήματα συνοψίζονται βεβαίως στο τέταρτο, διότι αν γνώριζα τι είναι ο άνθρωπος ως προς την ουσία του, θα γνώριζα ασφαλώς τι μπορεί να γνωρίζει, τι οφείλει να πράττει και τι του επιτρέπεται να ελπίζει. Δυστυχώς ο Καντ δεν μας έδωσε καμία απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

practice-philosophy-thinking-man

Πάντως το πρώτο ερώτημα υποδηλώνει τις πεπερασμένες γνωσιακές δυνατότητες του ανθρώπου και κατά συνέπεια την πεπερασμένη φύση του γενικότερα. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το πιο ουσιώδες σχετικά με το πρώτο ερώτημα δεν είναι ίσως το γεγονός ότι υποδηλώνει πως ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει κάποια πράγματα και συνεπώς κάποια άλλα δεν μπορεί να τα γνωρίσει, αλλά το γεγονός ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναρωτιέται για τα όρια της γνώσης του και να αμφιβάλλει για την εγκυρότητά της. Και αυτό ακριβώς συνιστά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της φιλοσοφικής γνώσης του ανθρώπου που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ελεύθερος στοχασμός για όλα και για τον ίδιο τον εαυτό του, και βεβαίως αμφισβήτηση κάθε δογματικής γνώσης.

Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος;

Καταρχήν θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον άνθρωπο μέσα από την οντολογική ιδιαιτερότητά του, ή καλύτερα μοναδικότητά του, μέσα δηλαδή από εκείνες τις δυνάμεις και δεξιότητες που κανένα άλλο ον δεν έχει. Και είναι αυτές οι λογικές του δυνάμεις και ικανότητες, πάνω στις οποίες θεμελιώνονται όλα τα έργα του ανθρώπου ως ανθρώπου, ήτοι όλα τα έργα της τέχνης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας, η ποίηση, η θρησκεία, η ηθική, το δίκαιο και γενικά κάθε πρακτική και θεωρητική δραστηριότητα του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι έργα του ανθρώπινου λόγου, του ανθρώπινου νου που δίνει στον άνθρωπο την ταυτότητά του ως ανθρώπου, τον κάνει δηλαδή να είναι αυτό που είναι και έτσι να διαφέρει από όλα τα άλλα όντα. Μόνον ο άνθρωπος οραματίζεται και προγραμματίζει ελεύθερα το μέλλον του, θέτει σκοπούς, αποφασίζει για τα κατάλληλα μέσα πραγμάτωσής τους και προβληματίζεται για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράττει.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως ανθρώπου που συνιστούν συγχρόνως εκφάνσεις της ουσίας του είναι η ελεύθερη βούλησή του, η ικανότητα αυτοστοχασμού: μόνον ο άνθρωπος κάνει τον ίδιο τον εαυτό του αντικείμενο της σκέψης του, ώστε το Εγώ του να λειτουργεί συγχρόνως τόσο ως υποκείμενο όσο και ως αντικείμενο, είναι ακόμη η αμφιβολία και η αμφισβήτηση των πάντων, η συνείδηση των ορίων του, το γέλιο, το ψεύδος, η απάτη, ο δόλος, η μετάνοια, η ταπεινοφροσύνη, η μεγαλοψυχία, η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός, η απογοήτευση, η ευγνωμοσύνη, η αγνωμοσύνη, ο θαυμασμός και αυτοθαυμασμός, το απορείν, το να θέτει ερωτήματα και να προσπαθεί να τα απαντήσει, η απρόβλεπτη στάση και συμπεριφορά του, ο πολύπλοκος σχεδιασμός και τέλος η άρνηση της ίδιας της ζωής του: αυτοκτονία.

Πώς προσεγγίζουν την έννοια του ανθρώπου οι μεγάλοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης;

Heraclitus,_Johannes_Moreelse  Για τον πρώτο ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και πύρινη ψυχή. Πύρινη βεβαίως είναι η ψυχή του ανθρώπου που είναι σοφότατος και άριστος. Αυτός είναι ο άνθρωπος που δεν ζει μέσα στην πλάνη ως κοιμώμενος, αποκομμένος στον κόσμο του, αλλά συμμετέχει στον κοινό λόγο (κοινή φρόνησις, αντίθ. ιδία φρόνησις) μέσα από τον διάλογο και τη διαλεκτική, είναι ο πνευματικά ανήσυχος και καλλιεργημένος άνθρωπος, που γνωρίζει ότι ο αιώνιος και αδημιούργητος κόσμος λειτουργεί σταθερά και αρμονικά σύμφωνα με τον κοσμικό λόγο, την παγκόσμια δηλαδή φυσική νομοτέλεια, γνωρίζει ότι η ομορφιά του κόσμου έγκειται στη διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων ότι και αυτός ο θεός δεν είναι παρά η διαλεκτική αρμονία των αντιθέτων και ότι όλα τα όντα, έμψυχα και άψυχα, υπόκεινται σε συνεχείς μεταβολές των τριών στοιχείων του κόσμου, του πυρός, του ύδατος και της γης. Άρα, αφού όλα συνεχώς μεταβάλλονται στα αντίθετά τους, και η ψυχή δεν είναι αθάνατη αλλά θνητή. Πεθαίνει, όταν το πύρινο στοιχείο της γίνεται νερό. Είναι αυτονόητο ότι αυτός ο άνθρωπος, που γνωρίζει ότι όλα γίνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον συμπαντικό λόγο και που ζει και συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον κοινόν λόγον, την κοινήν φρόνησιν, την κοινή λογική, είναι ο άνθρωπος που κατέχει την αλήθεια. Τέτοιος ακριβώς άνθρωπος είναι κατεξοχήν ο Ηράκλειτος, όπως μας διαβεβαιώνει προκλητικά ο ίδιος.

Parmenides Σύμφωνα τώρα με τον Παρμενίδη ο άνθρωπος, όπως και όλα τα άλλα όντα, είναι μία σύνθεση-κράση δύο στοιχείων, πυρός και γης, ή σύμφωνα με την ποιητική γλώσσα του: φωτός και νύχτας: πάντα φάος καϊ νύξ, και η ποιότητα του πνεύματος του είναι ανάλογη προς την ιδιαιτερότητα της σωματικής του κράσης, της κράσης των πολύπαθων μελών (= στοιχείων) του σώματος του, όπως λέει στο δέκατο έκτο αποσπασμά του. Η σκέψη του, λέει, δεν είναι παρά το επιγέννημα (επιγιγνόμενον) της κράσης των δύο στοιχείων του κόσμου.

Και για να περάσουμε από την Κοσμολογία-Οντολογία στην Γνωσιολογία του, πρέπει να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει στην αλήθεια, (όπως ακριβώς έφθασε ο Παρμενίδης) στην αληθινή γνώση των πραγμάτων ως φαινομένων, αλλά και στην βαθύτερη γνώση της ουσίας τους. Και αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα και το βαθύτερο νόημα του φανταστικού ταξιδιού του Παρμενίδη στο βασίλειο του φωτός, όπου, υποτίθεται, η θεά της αλήθειας του αποκαλύπτει την πλήρη αλήθεια, την αλήθεια του καθαρού λόγου, που αποτελεί υπέρβαση της εμπειρικής-αισθητικής γνώσης. Με τη δύναμη του καθαρού λόγου ο άνθρωπος καλείται από την ίδια τη θεά να κρίνει ακόμη και το περιεχόμενο της δικής της αποκάλυψης:

κριναι δε λόγω Λολύδηριν ελεγχον εξ έμέθεν ρηθέντα (κρίνε με τη λογική τη μαχητική κριτική που άσκησα).

Όλα πρέπει να περάσουν από το καμίνι του λόγου, ακόμη και τα λόγια της θεάς. Για πρώτη φορά στην ιστορία του πνεύματος ο άνθρωπος κατά τρόπο ρητό υψώνει το ανάστημά του απέναντι στο θείον και αρνείται την πνευματική του αλλοτρίωση καλούμενος μάλιστα να αμφισβητήσει τις «εξ αποκαλύψεως» αλήθειες.

“Από τον Ηράκλειτο στον Αριστοτέλη”, Δημήτρης Παπαδής (καθηγητής Φιλοσοφίας) εκδ. ΖΗΤΡΟΣ