Σέλινγκ (1775-1854)

στις

friedrich_wilhelm_joseph_von_schelling Ο Γερμανός φιλόσοφος Σέλινγκ (Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling), ξεκίνησε από την ηθική φιλοσοφία τού Φίχτε και διαμόρφωσε ένα μεταφυσικό σύστημα βασισμένο στην φιλοσοφία της φύσης. Αναδείχθηκε δε σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους τού γερμανικού Ιδεαλισμού της μετακαντιανής εποχής.

Η ανεξαρτησία της σκέψης τού Σέλινγκ και η σημασία του για την φιλοσοφία μόνον πρόσφατα άρχισαν να αναγνωρίζονται (όπως από τους Μάρτιν Χάιντεγκερ και Σλάβοϊ Ζίζεκ). Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με τον Υπαρξισμό και την Φιλοσοφική Ανθρωπολογία, συστήματα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως αντίδραση στην φιλοσοφία τού απόλυτου λόγου. Ειδικότερα, η αντίληψη του Σέλινγκ ότι ο άνθρωπος δεν καθορίζεται μόνον από τον ορθό λόγο αλλά και από σκοτεινές φυσικές παρορμήσεις εκτιμάται ως μια θετική απόπειρα να κατανοηθεί η πραγματικότητα τού ανθρώπου σε ένα βαθύτερο επίπεδο από εκείνο που κατέκτησε ο Χέγκελ.  

Διατύπωσε έναν πρωτότυπο πανθεϊσμό λέγοντας πως δεν υπάρχει τίποτε πριν από το Θεό ή έξω του, αλλά θεώρησε πως η βασική αιτία της ύπαρξής του βρίσκεται σαν κάτι σκοτεινό και ανεξάρτητο μέσα του – αντί να την ταυτίσει με την ίδια την ποιότητά  του,  όπως  συνηθιζόταν.  Υποστήριξε  πως  όλα  τα πράγματα έχουν την αρχή της ύπαρξής τους στην ίδια βασική αιτία και ενώ βρίσκονται μέσα στο Θεό, είναι ξεχωριστά και τελείως  διαφορετικά  από  αυτόν.

Ο  Σέλλινγκ  είναι  ένας πανενθεϊστής. Ωστόσο, μέσα από αυτή τη διχαστική θέση του μπόρεσε  να  εξηγήσει  και  να  απαντήσει  σε  απορίες  και προβλήματα  άλλων  πανθεϊστικών  θεωριών. Κατάλαβε αφηρημένα πως ο Θεός περιέχει ταυτόχρονα μέσα του την αρχή της  γέννησής  του, μια σκέψη που δεν βγαίνει από την παρατήρηση των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά μία τολμηρή σκέψη που μπορεί να δώσει τέλος στην a priori ατέρμονη αναζήτηση μιας αρχικής αιτίας, σε πάντοτε προγενέστερο χρόνο. Με την ίδια αυτή σκέψη, δεν στάθηκε στην έννοια του Θεού σαν μια πρώτη αρχή για την εξήγηση της φύσης, αφήνοντας ανεξήγητη την ύπαρξη του Θεού.

Η φυσική φιλοσοφία του Σέλινγκ έγινε επίσης αντικείμενο επίθεσης από τους επιστήμονες εξαιτίας της έλλειψης εμπειρικού προσανατολισμού της.

Η σκέψη του Σέλινγκ είναι σχετικά παραμελημένη στον αγγλόφωνο κόσμο, καθώς ένα μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει αμετάφραστο. Σημαντικός παράγοντας γι’ αυτό ήταν η στάση του Χέγκελ, ο οποίος στα ώριμα έργα του περιγράφει λίγο-πολύ τον Σέλινγκ ως απλή υποσημείωση στην ανάπτυξη του ιδεαλισμού

Ζωή και καριέρα

Ήταν εξαιρετικά προικισμένο παιδί και σε ηλικία 8 ετών είχε ήδη μάθει τις κλασικές γλώσσες. Λόγω της ταχύτατης πνευματικής του ανάπτυξης, έγινε δεκτός σε ηλικία 15 ετών στο περίφημο θεολογικό σεμινάριο του Τύμπινγκεν, όπου έζησε από το 1790 ως το 1795. Οι νεαροί σπουδαστές τού Τύμπινγκεν, εμπνευσμένοι από τις ιδέες τής Γαλλικής Επανάστασης, αμφισβήτησαν την παράδοση και, απορρίπτοντας την δογματική θεολογία, στράφηκαν προς την μελέτη της φιλοσοφίας.

Ο νεαρός Σέλινγκ εμπνεύστηκε από την σκέψη τού Καντ, ο οποίος είχε εξυψώσει την φιλοσοφία σε ένα ανώτερο επίπεδο κριτικής θεώρησης, καθώς και από τον Ιδεαλισμό τού Φίχτε και από τον πανθεϊσμό τού Σπινόζα. Σε ηλικία 19 ετών έγραψε το πρώτο φιλοσοφικό του έργο με τίτλο Για την δυνατότητα μιας μορφής τής φιλοσοφίας εν γένει (1795) και το έστειλε στον Φίχτε, ο οποίος εξέφρασε την θερμή επιδοκιμασία του. Έγραψε κατόπιν το έργο Για το Εγώ ως θεμελιώδους αρχής της φιλοσοφίας, ή για το απόλυτο στην ανθρώπινη γνώση. To βασικό θέμα το οποίο κυριαρχούσε και στα δύο αυτά έργα ήταν η έννοια τού Απολύτου. Το Απόλυτο όμως δεν μπορεί να οριστεί ως Θεός: κάθε πρόσωπο είναι, αφ’ εαυτού του, το Απόλυτο ως το Απόλυτο Εγώ. Αυτό το Εγώ, αιώνιο και άχρονο, γίνεται αντιληπτό, με την άμεση ενόραση η οποία, σε αντίθεση με την ενορατική γνώση που υπαγορεύεται από τις αισθήσεις, μπορεί να χαρακτηριστεί ως νοητική, ως μη προερχόμενη δηλαδή από την εμπειρία αλλά απορρέουσα αποκλειστικά από τον νου.

Το 1797, ο Σέλινγκ μετέβη στην Λειψία όπου συντελέστηκε μια αποφασιστική στροφή στην σκέψη του. Παρακολούθησε μαθήματα φυσικής, χημείας και ιατρικής. Τότε αντιλήφθηκε ότι ο Φίχτε, τον οποίο ως τότε τιμούσε ως πρότυπο φιλοσοφικής σκέψης, στο φιλοσοφικό του σύστημα δεν είχε δώσει την προσήκουσα θέση στην φύση, δεδομένου ότι ο Φίχτε θεωρούσε πάντοτε την φύση ως αντικείμενο υποκείμενο στον άνθρωπο. Ο Σέλινγκ, αντίθετα, ήθελε να καταδείξει ότι η φύση, θεωρούμενη καθ’ εαυτήν, εμφανίζει μιαν ενεργητική τάση να εξελιχθεί σε πνεύμα. Αυτή η φιλοσοφία της φύσης υπήρξε το πρώτο πρωτότυπο επίτευγμα τού Σέλινγκ και είχε ιδιαίτερη απήχηση στους κύκλους των Ρομαντικών.

Το 1798 προσκλήθηκε να αναλάβει μιαν έδρα στο Πανεπιστήμιο της Ιένας και τότε εξέδωσε μια σειρά έργων για την φιλοσοφία της φύσης. Όπως πιστοποιείται στο περίφημο έργο του, Σύστημα τού υπερβατικού Ιδεαλισμού (1800), ο Σέλινγκ ήθελε να συνενώσει την θεωρία του για την φύση με την φιλοσοφία τού Φίχτε, η οποία είχε ως αφετηρία της το Εγώ. Ο Σέλινγκ αντιλαμβανόταν ότι η τέχνη ενεργεί ως διάμεσο ανάμεσα στις σφαίρες της καθόλου φύσης και της εξατομικευμένης φύσης (του ανθρώπου), στον βαθμό που, στην καλλιτεχνική δημιουργία, ενώνονται η φυσική (ή ασυνείδητη) και η πνευματική παραγωγή. Ο Φίχτε διαφώνησε με τις θεωρίες του με αποτέλεσμα οι δύο φιλόσοφοι να εμπλακούν σε μια έντονη διένεξη, ανταλλάσσοντας μια σειρά επιστολών.

Η διένεξη με τον Φίχτε ανάγκασαν τον Σέλινγκ να εγκαταλείψει την Ιένα. Εγκαταστάθηκε τότε στο Βύρτσμπουργκ όπου του προσφέρθηκε μια έδρα στο εκεί πανεπιστήμιο. Στην αρχή, θέμα των παραδόσεών του ήταν η φιλοσοφία της ταυτότητας την οποία είχε συλλάβει την τελευταία περίοδο της παραμονής του στην Ιένα, σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι σε όλα τα όντα το Απόλυτο εκφράζεται άμεσα ως η ενότητα τού υποκειμενικού και τού αντικειμενικού. Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστίασε την κριτική του προς τον Σέλινγκ ο Χέγκελ, ο οποίος αρχικά είχε υποστηρίξει τις απόψεις τού Σέλινγκ στην διένεξή του με τον Φίχτε.

Αυτή η κριτική υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τον Σέλινγκ, ο οποίος έχασε την πρωτοκαθεδρία στο προσκήνιο της φιλοσοφίας. Η κατάσταση αυτή τον οδήγησε στην απόφαση να αποσυρθεί από την δημόσια ζωή. Την περίοδο αυτή, ο Σέλινγκ προσπάθησε να στηρίξει με νέο τρόπο το φιλοσοφικό του έργο το οποίο αναθεώρησε, ωθούμενος από την κριτική τού Χέγκελ. Ο Σέλινγκ αμφισβήτησε όλα τα επιχειρήματα τού Ιδεαλισμού που στηρίζονταν στην θέση ότι ο κόσμος εμφανίζεται ως ένα ορθολογικό σύμπαν. Δεν υπήρχαν όμως και παράλογα πράγματα; Δεν ήταν το κακό η κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο;

Στο έργο του Φιλοσοφικές έρευνες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας (1809), ο Σέλινγκ διακήρυσσε ότι η ελευθερία τού ανθρώπου είναι πραγματική ελευθερία μόνον αν είναι ελευθερία για το καλό και για το κακό. Η δυνατότητα ύπαρξης αυτής της ελευθερίας εδράζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές οι οποίες δρουν σε κάθε ζωντανό ον: Η μία είναι μια σκοτεινή πρωτογενής αρχή η οποία εκδηλώνεται στον σαρκικό πόθο και στο ορμέμφυτο. Η άλλη είναι η αρχή της καθαρής νόησης και της λογικής σκέψης, η οποία κυριαρχεί ως διαμορφωτική δύναμη. Ο άνθρωπος, όμως, έθεσε το σκοτεινό υπόστρωμα της παρόρμησης, λόγος ύπαρξης της οποίας ήταν να υπηρετεί την νόηση ως πηγή ενέργειας, πάνω από την νόηση και έτσι υπέταξε την νόηση στις παρορμήσεις οι οποίες πια κυριαρχούν στον άνθρωπο. Η ανατροπή αυτή της ορθής τάξης είναι η περίπτωση η γνωστή στην Βίβλο ως Πτώση τού ανθρώπου, με την οποία εμφανίστηκε το κακό στον κόσμο. Όμως, αυτή η παρέκκλιση επανορθώθηκε από τον Θεό, ο οποίος ενανθρώπίστηκε εν Χριστώ και έτσι αποκατέστησε την πρωταρχική τάξη.    

Το μεταγενέστερο έργο του.

Η θέση την οποία ανέπτυξε στο έργο του για την ελευθερία αποτέλεσε την βάση της ύστερης φιλοσοφικής του εξέλιξης, της περιόδου από το 1810 ώς τον θάνατο του. Στο βιβλίο Οι ηλικίες τού κόσμου θέλησε να διηγηθεί την ιστορία τού Θεού. Ο Θεός, ο οποίος αρχικά ήταν απορροφημένος σε μια κατάσταση ήρεμης επιθυμίας, αναγνώρισε τον εαυτό του όταν είδε μέσα σ’ αυτόν ιδέες, μέσω των οποίων απέκτησε συνείδηση τού εαυτού του. Αυτή η αυτοσυνείδηση, η οποία ταυτίζεται με την ελευθερία, κατέστησε τον Θεό ικανό να προβάλει αυτές τις ιδέες από τον εαυτό του προς τα έξω – δηλαδή να δημιουργήσει τον κόσμο.

Το περιεχόμενο στις τελευταίες διαλέξεις, πάντως, αποτελούσε την κορύφωση της δημιουργικής φιλοσοφικής του σταδιοδρομίας. Ο Σέλινγκ διέκρινε την φιλοσοφία σε αρνητική φιλοσοφία, η οποία πραγματευόταν την ιδέα τού Θεού αποκλειστικά μέσω τού ορθού λόγου, και σε θετική φιλοσοφία, η οποία απεδείκνυε την πραγματικότητα αυτής της ιδέας με μία διαδικασία συλλογισμών a posteriori, ξεκινώντας από το γεγονός τού κόσμου και καταλήγοντας στον Θεό ως δημιουργό του.

Ο χαρακτήρας του ήταν ασταθής. Έχει αναφερθεί ότι ήταν νευρικός, με απρόβλεπτες αντιδράσεις, και υπερευαίσθητος αλλά αγέρωχος. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούσε η ακλόνητη πεποίθησή του ότι αποστολή του ήταν να επιτύχει την οριστική ολοκλήρωση της φιλοσοφίας. Οι φιλοσοφικές θεωρίες τού Σέλινγκ δεν έτυχαν ευρύτερης αποδοχής. Η κατάσταση στον τομέα της φιλοσοφίας, την εποχή εκείνη, δεν καθοριζόταν από τους λίγους μαθητές τού Σέλινγκ αλλά από τους οπαδούς τού Χέγκελ. Οι δεξιοί Εγελιανοί είχαν καταλάβει όλες τις πανεπιστημιακές έδρες της φιλοσοφίας και μεταλαμπάδευαν την παράδοση τού Εγελιανού συστήματος. Οι αριστεροί Εγελιανοί ισχυρίζονταν ότι, ακόμη και για να αναιρεθεί το σύστημα τού Χέγκελ, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ανάλυση της Εγελιανής φιλοσοφίας. Έτσι, στην έρευνα της εξέλιξης τού Γερμανικού Ιδεαλισμού, η πρώτη και η μέση περίοδος τού Σέλινγκ – δηλαδή η περίοδος της φιλοσοφίας της φύσης και η περίοδος της φιλοσοφίας της ταυτότητας – έχουν τοποθετηθεί ανάμεσα στον Ιδεαλισμό τού Φίχτε, ο οποίος ξεκινούσε από το Εγώ, και στο σύστημα τού Χέγκελ για το Απόλυτο Πνεύμα.

Πηγές: Πάπυρος Λαρούς wikipedia – kosmologia.gr

Διαβάστε επίσης