Ο Καρτέσιος και η προβληματική της θεμελίωσης της νεότερης σκέψης

στις

Η εμφάνιση του Καρτέσιου σηματοδοτεί μια οριακή στιγμή στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης. Με τον Καρτέσιο έχουμε όχι μόνον το πέρασμα από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή σκέψη στη νεότερη, μα και την εμφάνιση ενός ολωσδιόλου ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τη συνειδησιακή λειτουργία, τη νόηση -ανάλογο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη συνείδηση είχε εκδηλωθεί με τον Σωκράτη-, η οποία με τη μορφή του καρτεσιανού cogito έρχεται να στηρίξει τις φιλοσοφικές κατηγορίες τής από καιρό ήδη αναδυόμενης νεωτερικότητας.

Με το συλλογιστικό σχήμα cogito ergo sum (σκέπτομαι άρα υπάρχω), που συνιστά λογικο-οντολογικό εργαλείο της κριτικής σκέψης στα χέρια του γάλλου φιλοσόφου, επιχειρείται η θεμελίωση του νεότερου υποκειμένου, που σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή και μια νέα φιλοσοφική παράδοση, της «φιλοσοφίας του υποκειμένου» -που θα επισφαγισθεί αργότερα οριστικά με τον καντιανό a priori και την καντιανή υπαγωγή του αντικειμένου στις κατηγορίες του υποκειμένου.

Ο χώρος στήριξης της καρτεσιανής πραγματικότητας

Ο Καρτέσιος επιχειρεί ένα ριζικό ξεκίνημα της φιλοσοφικής σκέψης «από το μηδέν», από ένα μηδέν το οποίο θέλει ν’ αγγίξει μέσα απ’ την εκ θεμελίων αμφισβήτηση κάθε δεδομένης πραγματικότητας. Τούτη η αμφισβήτηση, με τη μορφή της υπερβολικής, της καθολικής αμφιβολίας (doute hyperbolique) έρχεται αρχικά να εκμηδενίσει κάθε δεδομένο της σκέψης που εμφανίζεται με τη μορφή ακλόνητων βεβαιοτήτων -του ότι π.χ. υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος ή του ότι υπάρχω εγώ ο ίδιος: Γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως δεν υπάρχει τίποτε το βέβαιο στον κόσμο (2ος Μεταφυσικός Στοχασμός) – και αυτό αποτελεί για τον Καρτέσιο τη μόνη βεβαιότητα στη φάση αυτή της συλλογιστικής του.

Το καρτεσιανό cogito -ο συλλογισμός «σκέπτομαι άρα υπάρχω- συνιστά μια βεβαιότητα που προϋποθέτει μιαν άλλη προγενέστερη: για να σκέπτομαι, πρέπει οπωσδηποτε να υπάρχω, άρα, αρχικά, βέβαιος δεν μπορώ να είμαι για τίποτε άλλο παρά για ένα μόνον πράγμα, για το ότι «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται». Αυτό συνιστά και τη πρώτη, τη θεμελιακή βεβαιότητα για την ανθρώπινη συνείδηση, όταν τούτη βρίσκεται μέσα στην Αβυσσο της αμφιβολίας – για να το πούμε σωστότερα, στον χώρο όπου κάθε βεβαιότητα απουσιάζει.

Με την απόφανση «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται», το ενέργημα της συνείδησης, το συνειδησιακό είναι, προκρίνεται σε κριτήριο στήριξης και σε θεμέλιο κάθε άλλης πραγματικότητας που θα στηριχτεί πάνω σ’ αυτή την πρώτη βεβαιότητα. Ανατρέχοντας στην ιστορία της φιλοσοφίας πριν από τον Καρτέσιο, θ’ ανακαλύψουμε πως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η ανθρώπινη σκέψη θεμελιώνεται πάνω στα κριτήρια που αυτή αντλεί από τον ίδιο της τον εαυτό. Πριν από περίπου δύο χιλιετίες, ο Σωκράτης επιχειρεί κάτι ανάλογο τοποθετώντας «τον κόσμο τού νοείν» στην πραγματική, μα και ουσιαστική πηγή του, στην ανθρώπινη συνείδηση. Ο Πλάτων, με τη σειρά του, τοποθετεί την ανθρώπινη σκέψη μέσα στον κόσμο, τον κόσμο που χωρισμένος σε δύο κομμάτια – τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των ιδεών – ολοκληρώνεται με το «πέρας», την προσδιοριστικότητα της ιδέας, της πλατωνικής αιώνιας και άφθαρτης ιδέας.

Θεωρώντας την πλατωνική φιλοσοφία το κατ’ εξοχήν έδαφος θεμελίωσης της δυτικής σκέψης στο σύνολό της αλλά και τον πλατωνικό διάλογο Παρμενίδη το κείμενο με την μεγαλύτερη δυνατή συγγένεια – από μεθοδολογικής πλευράς με το καρτεσιανό εγχείρημα στο πρώτο μέρος του κειμένου, θα εκθέσω συνοπτικά την προβληματική τού εν λόγω διαλόγου.

Αν θελήσουμε να σκεφτούμε τα εργαλεία του μεγάλου Πλάτωνα στο εγχείρημά του να στηρίξει την υπερδισχιλιετή φιλοσοφική παράδοση, θα διαπιστώσουμε πρώτα απ’ όλα πως το έργο του, διατυπωμένο υπό μορφή διαλόγων, εκτίθεται βασικά μέσα από την υποθετική μέθοδο.

Ο Πλάτωνας προτείνει αρχικά μια υπόθεση επί του πραγματικού, που θα τεθεί σε κριτικό έλεγχο από τον ή τους συνομιλητές με τη διατύπωση μιας άλλης υπόθεσης που αναιρεί την πρώτη, ή μάλλον που προτείνει κάτι άλλο όσον αφορά την πρώτη. Αυτή η μέθοδος, που συνιστά και τη μέθοδο έκθεσης της πλατωνικής διαλεκτικής, είναι κάτι τελείως άλλο σε σχέση με αυτό που θα επιχειρήσει πολύ αργότερα ο Χέγκελ με τη δική του διαλεκτική, και σ’ έναν βαθμό, η πλατωνική διαλεκτική αποτελεί μια έκθεση της αντινομικής μορφής της πραγματικότητας με τρόπο απόλυτα αποκαλυπτικό, μια προσπάθεια που έμεινε όμως δίχως συνέχεια μετά τον Πλάτωνα. Οσον αφορά την ίδια την υποθετική μέθοδο, τούτη εκτίθεται στην ιδανική θα λέγαμε μορφή της στον πλατωνικό διάλογο «Παρμενίδης», όπου ο Πλάτωνας μέσα από το εγχείρημα να προσπελάσει τα μυστήρια που χαρακτηρίζουν «τη σχέση του Ενός με τα πολλά» επιχειρεί στην ουσία να συγκροτήσει το υπόρρητο υπόβαθρο της δυτικής έννοιας (Begriff), η οποία θα δεσπόσει ως ορίζουσα της δυτικής σκέψης μέχρι και τη συγγραφή της εγελιανής Λογικής, προϋποθέτει δε μια εννοιολογική δουλειά συγκρότησης, η οποία εκτίθεται στον πλατωνικό Παρμενίδη, «η ανάπτυξη, εκδίπλωση του απόλυτου» όπως θα ονομάσει την πορεία των εννέα υποθέσεων του εν λόγω διαλόγου αργότερα ο ίδιος ο Χέγκελ. Με αυτές τις εννέα υποθέσεις που εκτίθενται στον διάλογο αυτό με την υποθετική μέθοδο, ο Πλάτωνας επιχειρεί πέρα από οτιδήποτε άλλο να επισημάνει τα εγγενή στάδια της σκέψης που θα πρέπει να θεματοποιηθούν για να φτάσουμε να μιλάμε πια για ό,τι αργότερα θα εκθέσει ο Χέγκελ στη Λογική του με «τη θεωρία της έννοιας» (Lehre von Begriff).

Οσον αφορά την υποθετική δομή του διαλόγου, θα ‘λεγε κανείς πως στον εν λόγω διάλογο κάθε υπόθεση διατυπώνει και μια εκδοχή της πραγματικότητας, την οποία εκδοχή η αντίθετη υπόθεση θέτει υπό αίρεση, προτείνοντας μιαν άλλη, μιαν αντίθετη θέση. Ετσι όμως η πραγματικότητα παίρνει έναν χαρακτήρα άλυτης αντινομίας, όπου η κάθε υπόθεση απτά «δοκιμάζει κάτι» που δεν πιστοποιείται ποτέ ως βέβαιο. Οι δύο αρχικές, εισαγωγικές υποθέσεις του διαλόγου μοιάζουν με «μετέωρους πύργους στο κενό», όπου μεταξύ τους χαίνει η απύθμενη Αβυσσος ενός ανύπαρκτου στο όλο εγχείρημα υπόβαθρου στήριξης.

Ο διάλογος ξεκινά με την περίφημη αρχική αντινομία: «ει εν εστίν / εν ει εστίν», η οποία θέττει τους όρους με τους οποίους μπορούμε να εισχωρήσουμε στον χώρο του επιστητού μέσα από τις προϋποθέσεις της προϋπάρχουσας Ελεατικής φιλοσοφίας του Παρμενίδη του Ελεάτη, μια φιλοσοφία που στην ουσία συνιστά μια επεξεργασία της αρχής της ταυτότητας (Καστοριάδης). Τούτη όμως η απόσπαση από την αρχή της ταυτότητας, η προσπάθεια να διαμεσολαβηθεί η ελεατική προπλατωνική σκέψη με το νοείν, μόνο επιτυχημένη δεν αποδεικνύεται με τα δεδομένα εργαλεία της αναδυόμενης νέας φιλοσοφίας, αφού και η θέση της αρχικής αντινομίας και η αντίθετή της θέση δεν ευσταθούν ως εκδοχές της πραγματικότητας – δηλ., στην ουσία, για να αποδεχτούμε είτε την πρώτη υπόθεση είτε την αντίθετή της παραβιάζονται οι αρχές της σκέψης, έχουμε αντινομία και στις δύο περιπτώσεις και αδυνατούμε να δεχθούμε είτε τη μία είτε την άλλη θέση. Σαν να μη φτάνουν αυτά, δηλαδή το ότι, αφ’ ενός, στην όλη προβληματική εισαγόμαστε μέσα από τον αμφίβολο δρόμο της υποθετικής μεθόδου και αφ’ ετέρου, ότι πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις ως προς τη λογική επάρκεια των επιχειρημάτων μας για να στήσουμε την εισαγωγική προβληματική του διαλόγου, μεσολαβεί και η τρίτη εξαιρετικά δυσανάγνωστη υπόθεση του διαλόγου, η προβληματικότερη απ’ όλες. Τούτη, κατά τη γνώμη μας, εισάγει μια νέα προβληματική εκ μέρους του Πλάτωνα κι ένα τελείως διαφορετικό πρόγραμμα από αυτό του διαλόγου, αλλά και σε σχέση με αυτό που διατυπώθηκε στο έργο της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του Πλάτωνα – πρόγραμμα όμως που για πολλούς λόγους εγκαταλείπεται άμεσα και βίαια. (Ο Πλάτωνας στο μεγάλο σταυροδρόμι της σκέψης μπροστά στην επιλογή ή στην απόρριψη του προγράμματος «του πέρατος» της ιδεοκρατικής φιλοσοφίας την οποία υπερασπίστηκε σε όλη τη ζωή του και μπροστά στη δυνατότητα ενός δρόμου που ίσως μονάχα μέσα από την εμπειρία του 20ού αιώνα ξαναγίνεται ορατός και δυνατός, επιλέγει τελικά τον πρώτο δρόμο.)

Το τέλος του διαλόγου έρχεται να επισφραγίσει τη μεγάλη δυσχέρεια της όλης προσπάθειας του Πλάτωνα να παράσχει με τον διάλογο Παρμενίδης αλλά και με την υποθετική μέθοδο ένα επαρκές πρόγραμμα στη δυτική φιλοσοφία, που θ’ ακολουθήσει, καθώς ο διάλογος τελειώνει μέσα στην απορία – τίποτε τελικά δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε και για τίποτε.

Το εγχείρημα του Πλάτωνα να δοκιμάζει την εγκυρότητα του πραγματικού με την υποθετική μέθοδο εγκαταλείπεται με τον Αριστοτέλη χάριν ενός συνεκτικού φιλοσοφικού λόγου αλλά και χάριν ενός τελείως διαφορετικής φύσης επιστημονικού προγράμματος, το οποίο θεσπίζοντας «τις κατηγορίες» και συγκαλύπτοντας την πλατωνική διαλεκτική κληροδοτεί τα θεμέλια του κατοπινού κόσμου στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους.

Καθώς ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί ως γνώμονα με τη σύνθεση «των Εννεαδών» του την αρχική αντινομία του πλατωνικού Παρμενίδη και καθώς ο πλατωνικός χωρισμός των δύο κόσμων υιοθετείται από το μεσαιωνικό κοσμοείδωλο στη διάκριση του «ενθάδε» και του «εκείθεν», αλλά και με τη δεσποτεία της πίστης πάνω στη γνώση, που θα διατυπωθεί ως ολοκλήρωση του προγράμματος της ελληνικής και ελληνιστικής φιλοσοφίας με τη μεσαιωνική σκέψη, βλέπουμε πως ενσωματώνονται πλήθος -αλλά όχι όλες το ίδιο σημαντικές- ανορθολογικές παράμετροι στη διαδικασία της εμφάνισης του νέου κόσμου που έχει αρχίσει να αναδύεται και είναι ορατός όσο και αξεχώριστος από τις μεσαιωνικές του καταβολές. Σαν συνδετικός κρίκος σε τούτη τη διαδικασία, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μεσαιωνικό κόσμο και στη νεωτερικότητα της όποιας θέλει ν’ αποτελεί φωτεινό ορόσημο, εμφανίζεται ο Rene Descartes, ο φιλόσοφος της res cogitans, «του πράγματος που σκέφτεται».

Η καρτεσιανή προβληματική

Στην έξοδο από μια ολόκληρη εποχή, από αυτή του Μεσαίωνα και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, η Αναγέννηση με όλα τα επιστημονικά της επιτεύγματα συνιστά συνδετικό κρίκο μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου – αυτού της νεωτερικότητας. Ο Καρτέσιος εμφανίζεται σε μια από πολλές πλευρές ευαίσθητη στιγμή, για να κλονίσει συθέμελα τη σχολαστική φιλοσοφία με τρόπο που θα γίνει αντικείμενο αναρίθμητων συζητήσεων. Η πρόθεσή του είναι να στηρίξει τη φιλοσοφία σε νέο, στέρεο έδαφος, έδαφος που προετοιμάζεται από τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου, αλλά και από την αλλαγή του τρόπου σκέψης που αυτές σηματοδοτούν, ανακαλύψεις στις οποίες θα θελήσει και ο ίδιος ο Καρτέσιος να συμβάλει και στο επίπεδο των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, με τις οποίες επίσης καταπιάνεται. Οσον αφορά τη φιλοσοφική σκέψη, η πρόθεσή του είναι να την απελευθερώσει από τη δεσποτεία της Εκκλησίας και της Αποκάλυψης αλλά και από την κυριαρχία «των δαιμόνων» και των προλήψεων ενός Μεσαίωνα που δεν θέλει ν’ απαρνηθεί τις περιοριστικές κατά μία έννοια διαθέσεις του απέναντι στον νέο τρόπο σκέψης που σταδιακά τείνει να χειραφετείται απ’ αυτόν. Το cogito, το καρτεσιανό cogito (το λογικο-οντολογικό σχήμα της βεβαιότητας «σκέπτομαι άρα υπάρχω»), είναι η πρώτη βεβαιότητα μέσα στην Αβυσσο όπου πέφτει η ανθρώπινη συνείδηση -αλλά και ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη-, όταν αποφασίσει να επανεξετάσει ή μάλλον να ελέγξει, για πρώτη φορά, κριτικά τα δεδομένα της.

Το πρώτο βήμα του Γάλλου φιλοσόφου στους συγκλονιστικούς «Μεταφυσικούς στοχασμούς» είναι να θέσει υπό αίρεση τα δεδομένα των αισθήσεων, καθώς και όλες τις αποκτημένες πεποιθήσεις του. Τούτη η «μεθοδική», ριζική αμφιβολία δεν έχει τίποτε από τον σκεπτικισμό ενός Montaigne, αντιθέτως, αν υιοθετείται ως μέθοδος δεν είναι παρά για να κατορθώσει η σκέψη ν’ αγγίξει μια απαρέγκλιτη βεβαιότητα, τη μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια που μπορεί να έχει η συνείδηση σ’ αυτή τη φάση της πορείας της, και αυτή είναι πως: τη στιγμή που όλα είναι αμφίβολα, «για να σκέπτεται κανείς πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει». Υπάρχει λοιπόν ο στοχαζόμενος νους πρώτα πρώτα ως res cogitans, ως «ένα πράγμα που σκέπτεται»: sum res cogitans.

Πέρα από τα ασύλληπτα προβλήματα που εγείρει τούτη η παράδοξη οπωσδήποτε απόφανση, το γεγονός είναι πως η σκέψη καθίσταται βέβαιη για την πραγματικότητά της και για τα δεδομένα της, «για το είναι της», και αυτό συνιστά και την κεντρική θεμελίωση του Καρτέσιου. Εφόσον σκέπτομαι, υπάρχω· εφόσον υπάρχω, αρχίζω να υπάρχω και ως υποκείμενο που σκέπτεται· και τι σκέπτεται: έναν κόσμο που με περιβάλλει και που τώρα μπορεί να αρχίσει να συγκροτείται εννοιολογικά (σαν cogitatum, θα πει ο Χούσσερλ· σαν ενέργημα της συνείδησης, πράγμα που δεν φτάνει να πει ο Καρτέσιος, επίσης σύμφωνα με την κριτική του Χούσσερλ).

Υπάρχει «το πράγμα που σκέπτεται», που είναι το νεοαναδυόμενο νεωτερικό υποκείμενο -ο σύγχρονος άνθρωπος- και υπάρχει πρώτα πρώτα ως καθαρή σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της και τον κόσμο τον οποίο και θεμελιώνει όντας αυτή η οντολογική του προϋπόθεση – αυτή είναι η ασύλληπτη επίδειξη ισχύος του Καρτέσιου, να στηρίξει την πραγματικότητα του αναδυόμενου προ πολλού μέσα από τις μεσαιωνικές καταβολές του κόσμου, ενός κόσμου που δεν έχει ακόμα βρει την εννοιολογική του ταυτότητα, στη δύναμη των κατηγοριών της ανθρώπινης συνείδησης, της καθαρής, της αμιγούς σκέψης.

Οσον αφορά το κατά πόσον ο καρτεσιανός ορθολογισμός αποδεσμεύεται από τις ανορθολογικές του καταβολές, τις τόσο γερά ριζωμένες στη μεσαιωνική κοσμοαντίληψη όσο και στα θεμέλια της δυτικής μεταφυσικής, δηλαδή στην πλατωνική και προπλατωνική μυθολογική θεώρηση, θα θίξω δύο σημεία:

α) Η καρτεσιανή εμπειρία, της μεθοδικής, ριζικής και υπερβολικής αμφιβολίας, συνιστά κατά μιαν έννοια αυτό που θα ‘λεγε ο Γιάσπερς οριακή κατάσταση (Grenz situation), οριακή ανθρώπινη εμπειρία, τη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος καλείται, σύμφωνα με τις επιλογές του ορθολογικού του πολιτισμού, ν’ αποτιμήσει κριτικά τις πεποιθήσεις του και να φτάσει στην «πλατωνική θέαση» – την αυτογνωσία, σε κάποια φάση της ζωής του. Για να γίνει κάτι τέτοιο καλείται κανείς να θέσει υπό αίρεση όλες του τις πεποιθήσεις, ως ενδεχομένως αυθαίρετες, με σκοπό να τις επανεξετάσει κάτω από το φως της κριτικής σκέψης και αυτοεπόπτευσης. Αυτό είναι εξάλλου και το διαφωτιστικό μήνυμα της ψυχανάλυσης, που συνιστά ένα ταξίδι στον χώρο της πραγματικότητας με τελικό σκοπό την αυτογνωσία. Μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, έρχεται ενδεχομένως η στιγμή που κάποιος αναγκάζεται να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμα και τις πεποιθήσεις που θεωρεί «ιερές» και απαρασάλευτες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα βρεθεί σε μια πραγματική πτώση σε μια Αβυσσο «απουσίας νοημάτων» -καρτεσιανή εκατό τα εκατό Αβυσσος-, όπου θα αναγκαστεί να πιαστεί από κάποιες πρώτες και στοιχειώδεις βεβαιότητες που θα χρησιμεύσουν για την ύπαρξή του σαν θεμέλιο, σαν «φάρος πλοήγησης» σε μια στιγμή πραγματικού κινδύνου. Τούτη η Αβυσσος, η Αβυσσος στην οποία στην καρτεσιανή εμπειρία η συνείδηση βυθίζεται, και «θέτει», θεμελιώνει την πρώτη της βεβαιότητα, το cogito, είναι η ίδια η Αβυσσος στην οποία βρίσκεται η σκέψη στον πλατωνικό Παρμενίδη (που προαναφέραμε), όταν ανελίσσεται ανάμεσα στις πρώτες υποθέσεις με σκοπό να φτάσει σε κάποια αληθοφανέστερη υπόθεση. Αυτό το Ρήγμα, θα το λέγαμε, είναι ο χώρος όπου στην εμπειρία της συνείδησης είτε απουσιάζουν τα νοήματα (οι βεβαιότητες, στην περίπτωση αυτή) είτε αυτά είναι αλλοιωμένα – δηλ. βρίσκεται η συνείδηση «μέσα στην πλάνη».

Η αγωνία τότε είναι απίστευτη και ο κίνδυνος αφανισμού του υποκειμένου είναι ορατός και υπαρκτός, τούτη δε η Αβυσσος είναι ένας χώρος ανορθολογικού που τρέφει τη φιλοσοφική σκέψη και την ανθρωπότητα από τα πρώτα τους κιόλας βήματα. Ρήγμα σημαίνει και πτώση, μα και απουσία δεσμών ανάμεσα σε δύο "συστήματα αναφοράς" (π.χ. οι δύο πρώτες υποθέσεις του Παρμενίδη). Η καρτεσιανή εμπειρία παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό την αριστοτελική-σχολαστική παράδοση έρχεται ν’ αγγίξει την πλατωνική υποθετική μέθοδο και να ενσωματώσει ανορθολογικά περιεχόμενα που θεματοποιεί ο Πλάτωνας συγκροτώντας εννοιολογικά τις μυθολογικές απαρχές της σκέψης.

β) Σε κάποιο σημείο της καρτεσιανής εμπειρίας ο Γάλλος φιλόσοφος επικαλείται τη «Θεία φιλαλήθεια» (Veracitas Dei), με σκοπό να βρει εγγυητή στην πεποίθησή του για την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας. Κάτι ανάλογο, μα με τελείως διαφορετικό τρόπο επιχειρεί αργότερα ο Καντ όταν στην Κριτική του Καθαρού λόγου δοκιμάζει να ολοκληρώσει τη συγκρότητηση της πραγματικότητας με αναφορά «στο πλήρως προσδιορισμένο», δηλ. στον Θεό, στο Υπέρτατο Ον, αν και ο Καρτέσιος, σε αντίθεση με τον Καντ, υιοθετεί τον μεσαιωνικό σχολαστικό Θεό, και ίσως τη δεδομένη χρονική στιγμή αυτό ήταν και το μόνο που μπορούσε να κάνει νόμιμα.

Μια σημείωση πάνω στη νεωτερικότητα

Η δυτική σκέψη ή ratio επιχειρεί να ξανασκεφτεί το εγχείρημα του Καρτέσιου όταν ο Καντ με την Κριτική του Καθαρού λόγου τον 18ο αιώνα προσπαθεί να αναψηλαφήσει ένα ένα τα βήματα της καρτεσιανής εμπειρίας, ασκώντας ταυτόχρονα δριμεία κριτική στον Γάλλο φιλόσοφο. Ο Γερμανός στοχαστής από τη μεριά του δείχνει την απίστευτη σοφία να βρει χώρο για την καρτεσιανή Αβυσσο με τη διαφύλαξη, ενός πολύτιμου εδάφους για «το πράγμα καθεαυτό» (Ding an Sich) μέσα και σ’ αυτή την ίδια τη συγκρότηση του αντικειμένου, ανοίγοντας ταυτόχρονα δρόμο για τη θεμελίωση του ανθρώπινου πράττειν. Ο Χέγκελ, από την άλλη πλευρά, καθώς στη Φαινομενολογία του Πνεύματος επιχειρεί να δοκιμάσει την αντοχή των κατηγοριών τριών χιλιετιών, μιλά για τη δομή του Λόγου σαν δομή της κυριαρχίας και σαν την υπερνίκηση της κυριαρχίας ενός Λόγου που προσπαθεί να εξασφαλίσει χώρο στην ετερότητα σύμφωνα με τα αιτήματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που ενδεχομένως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ως πρόγραμμα. Παραμένει ένα τεράστιο ερώτημα κατά πόσον ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εγκλωβίζεται σ’ έναν μονόπλευρο ορθολογισμό, κατά πόσον τολμά ν’ αναγνωρίσει τις θεολογικές και ανορθολογικές του καταβολές που τον στοιχειώνουν αδιάλειπτα και σε ποιο βαθμό η πλατωνική κληρονομιά, που μόνο εν μέρει επιβιώνει στον Καρτέσιο αλλά και στον Λάιμπνιτς, στον Πλωτίνο, στον Καντ και στον Σοπενχάουερ, είναι πραγματικά αναστοχαστική και αν τελικά τολμά να ενσωματώσει το ψυχικό σκοτάδι των αλχημιστών του Μεσαίωνα, που πρόβαλαν τον αχανή εσωτερικό τους κόσμο στη φιλοσοφική λίθο των εκατοντάδων διυλίσεών τους.

Οι προϋποθέσεις της ratio ριζώνουν βαθιά στον μύθο και στο ανορθολογικό, δυνάμεις που γέννησαν εξάλλου και την τραγωδία και που αναβιώνουν με τελείως διαφορετικό τρόπο στη μεσαιωνική θεοκρατία. Ισως τα σχόλια του Κίρκεγκααρντ, του Νίτσε και αργότερα του Χάιντεγγερ στον Χέγκελ, ο οποίος συνιστά και την τελική έκφραση της ratio, να φωτίζουν εν μέρει τις ανορθολογικές και σε μεγάλο βαθμό άρρητες προϋποθέσεις του ορθού Λόγου, που φαίνεται μέσα από τον 20ό αιώνα ν’ αποσυντίθεται, ενδεχόμενο όμως η δυτική μεταφυσική να μην κατόρθωσε ποτέ ν’ αποκτήσει τις ουσιαστικές, τις θεμελιακές της προκείμενες και να μην έπαψε ποτέ ν’ αντιμετωπίζει καίριο πρόβλημα θεμελίωσης. Ο χώρος που ο Χέγκελ εξασφαλίζει για την ετερότητα απέχει πολύ από το να εξαντλεί την ουσιαστική «δεξαμενή» της απροσδιοριστίας, του ανορθολογικού, της τρέλας και της τέχνης – μιας Αβύσσου νοημάτων που όντας στο σκοτάδι για χιλιετίες στοίχειωσε τον ορθό λόγο και κατά τον 20ό αιώνα τον εξαφάνισε.

Ο χώρος που η δυτική σκέψη οριοθετεί ως «θάττερον», ως ετερότητα, δεν μιλήθηκε ποτέ στην ολότητά του, στην ουσία δηλαδή η ratio δεν μιλήθηκε παρά μόνον εν μέρει και παραμένει ανολοκλήρωτη, έχοντας την ουσιαστική «δεξαμενή νοημάτων» της στο σκοτάδι. Τούτη «η αποθήκη νοημάτων», η «μη προσδιορισμένη ετερότητα», μια ετερότητα διαφορετική και πολύ ευρύτερη σαν χώρος απ’ ό,τι εξασφάλισε ως τώρα η ratio στο «μη ορθολογικό», ενδέχεται να είναι και ο τόπος όπου ερείδονται οι ουσιαστικές προκείμενές της που παραμένουν αποσιωπημένες όπως το ανθρώπινο ασυνείδητο που ο δυτικός άνθρωπος αρνείται να δεχθεί ως υπαρκτό τρομάζοντας μπροστά στην ασύλληπτη ισχύ του.

Μένει ένα ερώτημα, αν η ratio αφεθεί να βυθιστεί για πάντα μέσα στην Αβυσσο των μέχρι σήμερα άρρητων, στο πραγματικό τους εύρος, ανορθολογικών της προϋποθέσεων, προϋποθέσεις που καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας της -είτε ως τραγική ιστορική πορεία είτε ως ανολοκλήρωτο πολιτικό πρόγραμμα- απειλούν να την αφανίσουν ή αν θ’ αναγεννηθεί μέσα από την ικανότητα του δυτικού ανθρώπου να ορίζει τη μοίρα του δημιουργώντας την και τελικά ανακαλύψει το στέρεο έδαφος που της αντιστοιχεί δικαιωματικά για να βαδίσει σ’ ένα νέο πεπρωμένο. l

Από τον Δήμο Μαρουδή στην Ελευθεροτυπία

Advertisements