Το κοσμολογικό μοντέλο του Αριστοτέλη: από την αρχαιότητα στο Μεσαίωνα

στις

Αριστοτέλης Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που αποδύθηκαν σε σοβαρή κριτική έρευνα του κόσμου που μας περιβάλει. Προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα φυσικά φαινόμενα με τη λογική και σπάνια επιχειρούσαν να κάνουν πειράματα, ώστε να επιβεβαιώσουν τις υποθέσεις τους. Κύριο μέλημά τους ήταν η στοιχειοθέτηση μιας θεωρίας, η οποία δε θα ερχόταν σε αντίθεση με τα δεδομένα που τους αποκάλυπταν οι αισθήσεις τους. Αυτή η λογικοφανής εμμονή τους έμεινε γνωστή με τη φράση «σώζειν τα φαινόμενα».

Οι θεωρίες του

Ο Αριστοτέλης παρουσιάζοντας τη θεωρία για την εξήγηση των επίγειων και των ουράνιων φαινομένων διακήρυξε πως το σύμπαν ήταν μια σφαίρα χωρισμένη σε δύο κόσμους• τον υποσελήνιο και τον υπερσελήνιο κόσμο. Ο υποσελήνιος κόσμος ήταν ένα σκηνικό γέννησης, φθοράς και αστάθειας και συγκροτούνταν από τέσσερα στοιχεία• τη γη, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά.

Ο Αριστοτέλης απομακρύνθηκε από το Πλατωνικό μοντέλο του υλικού και του αισθητικού κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε αντικείμενο έχει μια αυτόνομη ύπαρξη στον πραγματικό κόσμο. Όλες οι ιδιότητες ανήκουν πάντα σε ένα υποκείμενο και δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα. Κάθε αντικείμενο συνιστάται από ύλη και μορφή. Όταν αλλάζει ένα αντικείμενο η μορφή του μεταβάλλεται ενώ η ύλη του παραμένει σταθερή.

Στην αιτιοκρατία που ανέπτυξε ο Αριστοτέλης ως θεωρία για την μεταβολή, ο κόσμος είναι ένα οργανωμένο σύνολο όπου κάθε πράγμα έχει σκοπό και μεταβάλλεται προς αυτό που καθορίζει η φύση του. Για να εξηγήσει την κίνηση διατύπωσε ένα αξίωμα σύμφωνα με το οποίο το κινούν είναι πάντα διακριτά ξεχωριστό από το κινούμενο αν και όχι απαραιτήτως φυσικά χωρισμένα. Επίσης διέκρινε την κίνηση σε φυσική και βίαιη ή εξαναγκασμένη. Περιγράφοντας μαθηματικά την έννοια της ταχύτητας, κατέληξε ότι η κίνηση στο κενό είναι αδύνατη συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει κενό.

Τα τέσσερα στοιχεία είχαν ξεχωριστές ιδιότητες και διαχωρίζονταν σε βαριά και ελαφριά. Η γη και το νερό ήταν βαριά και είχαν την τάση να κινούνται προς το κέντρο της γης. Αντίθετα, ο αέρας και η φωτιά ήταν ελαφριά και είχαν την τάση να κινούνται προς τα όρια της υπερσελήνιας περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προσπάθησε να εξηγήσει το φαινόμενο της πτώσης των αντικειμένων, διακηρύσσοντας πως αυτή ήταν η φυσική τους κίνηση.

Ο Αριστοτέλης διαχώριζε τη φυσική κίνηση από τη βίαιη κίνηση. Για την πραγματοποίηση μιας βίαιης κίνησης πίστευε πως υπεύθυνο ήταν κάποιο εξωτερικό κινούν. Το αρχικό κινούν δεν έθετε μόνο το αντικείμενο σε κίνηση, αλλά μετέδιδε την ιδιότητα της πρόκλησης κίνησης και στον αέρα που περιέβαλε το αντικείμενο. Με αυτόν τον τρόπο εξηγούσε φαινόμενα όπως π.χ. την πορεία μιας πέτρας όταν την πετούσε κάποιος άνθρωπος.

Κοσμολογικό μοντέλο

Σε αντίθεση με τον υποσελήνιο κόσμο, ο ουράνιος κόσμος συγκροτούνταν από ένα αναλλοίωτο στοιχείο• τον αιθέρα. Τα ουράνια σώματα δεν υπόκειντο σε οποιαδήποτε αλλαγή εκτός του ότι κινούνταν με ομοιόμορφη κυκλική κίνηση γύρω από τη γη.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν παρατηρήσει πως η φωτεινότητα των πλανητών άλλαζε ανάλογα με την εποχή. Αυτό αποτελούσε ένδειξη πως η απόσταση της Γης και των πλανητών άλλαζε, συμπέρασμα που υπονόμευε την κυκλική κίνηση των πλανητών. Για να υπερκεράσουν τη δυσκολία αυτή, επινόησαν μια νέα επεξηγηματική θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε από τον Απολλώνιο και τελειοποιήθηκε από τον Πτολεμαίο. Για τη διόρθωση των αποκλίσεων των κυκλικών τροχιών των πλανητών προστέθηκαν δευτερεύοντες κύκλοι, οι οποίοι ονομάστηκαν επίκυκλοι. Για να αποφύγει την επʼ άπειρον αύξηση των επικύκλων, ο Πτολεμαίος διακήρυξε πως η κίνηση των πλανητών δεν ήταν ομοιόμορφη προς το κέντρο της κυκλικής τροχιάς του αλλά προς ένα έκκεντρο εσωτερικό σημείο του κύκλου, το οποίο και ονόμασε εξισώτη.

Άραβες – Ισλάμ και Αριστοτέλης

Το Ισλάμ αγκάλιασε την αστρονομία και όλες τις άλλες επιστήμες που είχαν ήδη αναπτυχθεί στον ελληνικό και ελληνιστικό κόσμο. Μέσα από τις προόδους που έκαναν σε αυτές, και με τις μεταφράσεις της αρχαία ελληνικής γραμματείας, γεννήθηκε η λόγια κίνηση του 12ου αιώνα. Οι μεταφράσεις από τα ελληνικά και τα αραβικά όλο και πλήθαιναν στον λατινόφωνο κόσμο και το περιεχόμενο όλων αυτών των κειμένων ήταν μια πρόκληση για τους λόγιους. Μέσω αυτής της οδού τα έργα του Αριστοτέλη έγιναν προσβάσιμα στην Δύση. Ανάμεσα στο Ισλάμ, ο Αβερρόης συνέβαλλε καθοριστικά στην διάδοση του έργου του Αριστοτέλη και ήταν ο κυριότερος σχολιαστής του, και γι’ αυτόν η θρησκεία και η φιλοσοφία ήταν δύο μορφές προσέγγισης της αλήθειας, χωρίς να έχουν αντιφάσεις.

Αλλά δεν διάβασαν μόνο οι Άραβες τους αρχαίους, με περαιτέρω παρατηρήσεις τους ενίσχυσαν το γεωκεντρικό σύστημα του Πτολεμαίου. Μερικοί Άραβες λόγιοι, οι οποίοι δεν ήσαν ικανοποιημένοι από την Αριστοτελική φυσική, επεχείρησαν την κριτική της τελευταίας, χωρίς όμως να αναπτύξουν καμιά νέα θεωρία.

Μεσαιωνικός σκοτεινός κόσμος

Τα γραπτά του Αριστοτέλη μαζί με αυτά των μεταγενεστέρων του καθώς και του Πτολεμαίου, «ξαναανακαλύφθηκαν» στην Ευρώπη στην αρχή του 13ου π.Χ. αιώνα (και με την βοήθεια των Αράβων). Η ελληνιστική-πτολεμαϊκή κοσμολογία, τελικά, ενσωματώθηκε στην μεσαιωνική Ευρωπαϊκή φιλοσοφία, με αρκετές τροποποιήσεις, ώστε να είναι συμβατή με την Ιουδαϊκή και Χριστιανική θεολογία. Μια σημαντική τροποποίηση ήταν η αλλαγή από ένα αιώνιο Σύμπαν σε ένα Σύμπαν με δημιουργία εκ του μηδενός πριν από κάποιο πεπερασμένο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο του Μεσαίωνα ο ρόλος της εκκλησίας ενισχύθηκε τόσο ώστε οι περιγραφές της Βίβλου, όσον αφορά στη δημιουργία του Κόσμου, θεωρούνταν ότι ίσχυαν με ακρίβεια ήταν δηλαδή κυριολεκτικές. Οι εκπρόσωποι της χριστιανικής εκκλησίας αποδέχονταν το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη γιατί ταίριαζε με τις περιγραφές της Βίβλου, με τις οποίες δεν επιτρεπόταν να διαφωνήσει κανείς. Είναι γνωστό, ότι με την παρακμή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού σταμάτησε και η ανάπτυξη της κοσμολογικής επιστήμης.

Επίσης, στα χρόνια του πρώιμου μεσαίωνα, η άνοδος του Χριστιανισμού διαφοροποίησε την θέση της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Το αυξανόμενο βάρος της θεολογίας στο σύνολο αντιλήψεων για την κατανόηση του κόσμου, υποβάθμισε κατά ένα τρόπο την μελέτη της φύσης με την χρήση του Λόγου για την αναζήτηση της αλήθειας.

Οι μεσαιωνικές αντιλήψεις για την σχέση πίστης και λόγου, θεμελιώθηκαν από τον Αυγουστίνο. Ο Αυγουστίνος έκανε δεκτή την επιστήμη ως «θεραπαινίδα της θεολογίας», μέχρι τον βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με την θεολογία την οποία αναγνώρισε ως περισσότερο αναγκαία για τον πιστό. Γι’ αυτόν, η αλήθεια της επιστήμης βασίζεται στην θεία φώτιση καθώς όλα προέρχονται από τον Θεό. Ο Βοήθιος, πρόγονος της σχολαστικής μεθόδου, εφάρμοσε αριστοτελικές μεθόδους σε θεολογικά προβλήματα.

Η Γη διατηρήθηκε ως το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, επειδή ήταν ένας ιδιαίτερα θαυμάσιος τόπος. Στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο της χριστιανικής κοσμολογίας, το κέντρο της Γης ήταν η θέση της Κόλασης, ενώ το βασίλειο των ουρανών ήταν η περιοχή των αγγέλων, με τον Θεό να βρίσκεται πέραν της εξώτατης σφαίρας. Σ’ αυτήν την μορφή της, ο Θωμάς Ακινάτης και άλλοι θεολόγοι του Μεσαίωνα ανύψωσαν την παγανιστική Πτολεμαϊκή κοσμολογία και Αριστοτελική φυσική σε θεμέλιο λίθο του Χριστιανικού δόγματος.

Ενώ η περιγραφή του κόσμου από τον Αριστοτέλη ως ομόκεντρες σφαίρες είχε γίνει δεκτή από την πλειονότητα των λογίων, ερχόταν σε αρκετά σημεία σε απόλυτη αντίθεση με την Χριστιανική διδασκαλία. Η αιωνιότητα του κόσμου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ήταν αντίθετη με την διδαχή ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Η άρνηση της ύπαρξης του κενού ήταν άρνηση της παντοδυναμίας του Θεού να δημιουργήσει όσους κόσμους θέλει. Η θέση του ότι το Πρώτο Κινούν είναι ακίνητο και αμετάβλητο καθιστούσε τον Θεό ανίκανο να παρέμβει στην λειτουργία του Σύμπαντος. Τα πάντα στον αριστοτελικό κόσμο οφείλονται σε μια αλυσίδα αιτίων που κατέρχονται από την υπερσελήνια περιοχή επιδρώντας στην φύση και την ανθρώπινη βούληση, θέση που συγκρούονταν στην αντίληψη περί αμαρτίας. Καθώς όπως είδαμε ο Αριστοτέλης έγραψε ότι κάθε αντικείμενο συνιστάται από ύλη και μορφή που δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα, επεκτάθηκε διατυπώνοντας ότι η ψυχή είναι η μορφή του κάθε ανθρώπου, και συνεπώς μετά τον θάνατο η ψυχή σταματά να υπάρχει, κάτι αντίθετο με την χριστιανική αθανασία της ψυχής.

Ήδη από την αρχή του 13ου αιώνα ο Γκροσσετέστ, καθηγητής στην Οξφόρδη προσπάθησε να διορθώσει το αριστοτελικό μοντέλο χρησιμοποιώντας πλατωνικά και νεοπλατωνικά στοιχεία. Ο θαυμαστής του Γκροσσετέστ, Ρογήρος Βάκων, προσπάθησε να πείσει για την χρησιμότητα της επιστήμης και ειδικότερα της αριστοτελικής φιλοσοφίας ως υπηρέτες της θεολογίας. Για τις αντιφάσεις μεταξύ θρησκείας και φιλοσοφίας ο Βάκων υποστήριξε ότι ήταν απλά λάθη μετάφρασης ή ερμηνείας και ότι δεν υπάρχει σύγκρουση αφού η φιλοσοφία προέρχεται από τον Θεό. Κυριότερη μορφή αυτής της όψης του αριστοτελισμού, ο Μποναβεντούρα τόνισε περισσότερο από τους υπόλοιπους τους κινδύνους από την διάδοση της φιλοσοφίας, και ακολούθησε την θέση του Αυγουστίνου ότι η αλήθεια δεν μπορεί να προσεγγιστεί μόνο με τον Λόγο χωρίς την βοήθεια της Θείας Φώτισης.[14]

Ο Αλβέρτος ο Μέγας είχε προσπαθήσει να ερμηνεύσει την Αριστοτελική φιλοσοφία με βάση την χριστιανική θεολογία και συχνά επηρεασμένος από πλατωνικές και νεοπλατωνικές θέσεις. Ενώ ήταν βαθειά εντυπωσιασμένος από τον Αριστοτέλη, δεν δίστασε να τον διορθώσει σε ορισμένα σημεία. Επέμεινε στην χρησιμότητα της φιλοσοφίας ως όργανο της θεολογίας τονίζοντας ότι οι δύο δεν μπορούν να καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα.[15] Στο ζήτημα της αιωνιότητας ή δημιουργίας του κόσμου δέχτηκε την εξ αποκαλύψεως αλήθεια υποστηρίζοντας ότι η φιλοσοφία από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το ζήτημα, αλλά στο ζήτημα της ψυχής κατευθύνθηκε στην πλατωνική άποψη ότι η ψυχή είναι πνευματική και χωριστή από το σώμα.

"Ο Θωμάς Ακινάτης προσπάθησε να εμπεδώσει την αριστοτελική φιλοσοφία και να κάνει μια σύνθεση του Λόγου και της Πίστης υποστηρίζοντας ότι η πίστη δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την φύση. Προσαρμόζοντας τον αριστοτελισμό στο χριστιανικό δόγμα, έκανε διάκριση μεταξύ της ύπαρξης και της ουσίας για κάθε ον εκτός από τον Θεό. Με αυτή την θέση και την αρχή της αναλογίας τεκμηρίωνε την αιωνιότητα του Θεού, την γνώση του για τον άνθρωπο και τις ιδιότητές του. Την αιωνιότητα του κόσμου, την υπερασπίστηκε συμβιβάζοντάς την με τον χριστιανισμό, λέγοντας ότι ο Θεός μπορεί να δημιουργεί εκ του μηδενός όντα που δεν έχουν αρχή.

Βλέπουμε λοιπόν ότι αφού η εκκλησία υιοθέτησε την αριστοτελική θεωρία εκχριστιανίζοντάς την, ορισμένα σημεία της που έρχονταν σε αντίθεση με τη χριστιανική πίστη καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Κατά την Καρολίγγεια Αναγέννηση ιδρύθηκαν σχολές σε μοναστήρια, και τον 12ο αιώνα είχαν ήδη αρχίσει να ακμάζουν σε αρκετές πόλεις της Ευρώπης πανεπιστήμια. Αυτά ήταν οργανωμένα ως συντεχνίες, είχαν πρόγραμμα σπουδών, και χρησιμοποιούσαν τις μεθόδους του σχολαστικισμού και της διαλεκτικής.

Η υπεροχή της αυθεντίας του Αριστοτέλη κατά τη διάρκεια  του Μεσαίωνα οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης είπε στην τότε Μεσαιωνική Ευρώπη ακριβώς αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να ακούσουν, η δε Αριστοτελική φυσική και ιδιαίτερα η Αριστοτελική κοσμολογία ταίριαζαν στις επικρατούσες τάσεις. Η έρευνα νέας γνώσεως εθεωρείτο ως κενή περιεχομένου, διότι, ακριβώς, ο Αριστοτέλης είχε ασχοληθεί με όλα τα προβλήματα και τις ερωτήσεις και  είχε δώσει τις λύσεις και τις απαντήσεις. Ήταν, δε, γενική η  πεποίθηση, ότι όλα όσα ήταν δυνατό να ανακαλυφθούν είχαν ήδη ανακαλυφθεί. Επρόκειτο, λοιπόν, για μια εποχή, κατά την οποία ο έλεγχος της Εκκλησίας σε θέματα πίστεως ήταν απόλυτος και δεν ήταν ανεκτή η διαφωνία σε θεολογικά ή επιστημονικά θέματα.

Όμως το 1277 έγινε η καταδίκη του άκρατου αριστοτελισμού οπότε άνοιξε ο δρόμος για την ανάπτυξη νέων θεωριών. Τον 14ο αιώνα αναδύθηκε μια νέα ομάδα στοχαστών που έμειναν γνωστοί με το όνομα νομιναλιστές.

Για παράδειγμα ο νομιναλιστής Μπουριντάν απέρριψε τη θεωρία της ενεργού δράσης του αέρα στη διαδικασία της κίνησης και διακήρυξε την άποψη περί της υπάρξεως μιας ασώματης εντυπωμένης δύναμης που δρα στο κινούμενο υλικό την οποία και ονόμασε ενώθηση. Η άποψη αυτή αποτελεί προάγγελο της θεωρίας της ορμής του Γαλιλαίου.

Ένας άλλος στοχαστής της εποχής, ο Νικόλαος Ορέμ, απέδειξε πως η γη θα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της. Υποστήριξε πως αν πετάξουμε ένα βέλος στον ουρανό καθέτως, αυτό γυρίζει στο ίδιο σημείο δημιουργώντας μας την ψευδαίσθηση της ακινησίας της γης. Ο Ορέμ διακήρυξε πως αντιλαμβανόμαστε μόνο τη σχετική κίνηση και ότι το βέλος εκτός από κάθετα κινείται και οριζόντια ακολουθώντας τη φορά της κινούμενης γης.

Πηγές: Wikipedia, Νίκος Σπύρου ΑΠΘ – Δημήτρης Αγγελής ΕΑΠ